Βλέπω παιδιά στον ύπνο μου

photo by Kak Photography

Είναι παιδιά που τρέχουν, κλαίνε, πνίγονται. Παιδιά πληγωμένα, θαμμένα σε συντρίμμια, παιδιά νεκρά. Αυτά τα παιδιά πάνε ανάποδα απ’ τις ειδήσεις, ξεφεύγουν με χέρια και πόδια  απ’  τις οθόνες, περπατούν ως το ταβάνι, κρέμονται πάνω απ’ το κεφάλι σου κι έπειτα χάνονται μέσα σε μια στιγμή. Την περσινή, τη χτεσινή, αυτήν τώρα εδώ. Καθώς διαβάζεις, πίνεις καφέ, τρως, φιλιέσαι κι αγαπάς. Την ίδια αυτή στιγμή ψυχορραγούν. Μέσα σε μια βάρκα στη Μεσόγειο. Μέσα σε ένα κατάμεστο θέατρο. Σε ένα ταξίδι. Μια εκδρομή. Μια βόλτα. Μια αγορά. Πάνω σε ένα τραγούδι. Ένα χορό… Στο Παρίσι. Στο Λονδίνο. Στο Σινά. Στο Μπαμάκο. Στη Βηρυτό. Στις Βρυξέλλες. Στην Κωνσταντινούπολη. Στη Μόσχα. Στη Νίκαια. Στο Βερολίνο. Στο Μάντσεστερ. Στη Βαρκελώνη. Στα χέρια ενός κοριτσιού απ’ το Κομπάνε που της γλίστρησε τ’ όπλο. Ξεχνώ κάποιο; Συνέβη κάτι ακόμη; Κάποια στιγμή, πριν μήνες, όταν ξεκίνησα τούτο το η ημιτελές κείμενο, μπορούσα ακόμα και να τα μετράω. Πλέον χάθηκε το μέτρημα και δεν τα προλαβαίνω. Έχουν συμβεί πολλά. Πάρα πολλά. Τόσα που πλέον η ζωή κραδαίνει μπρος στα μάτια το χειρότερο:

Τότε, τώρα. Εδώ εκεί. Έχει διαφορά; Απλή γεωγραφία όλα.

Κλείνεις τα μάτια τρομαγμένος. Ποιος θα βρεθεί να τα δικάσει όλα αυτά; Αυτούς που ξεπουλούν ανθρώπους για να γεμίζουν τις τρύπιες τσέπες τους; Αυτούς που αλλοιώνουν τα σύμβολα αγάπης σε σύμβολα θανάτου για  να ‘χουνε λόγο οι βρωμιές τους; Που γυρνούν τη δημιουργία σε βία και τη ζωή σε σκοτάδι. Και λυπάσαι, οργίζεσαι, σταυροκοπιέσαι στα κρυφά. Όχι στα δικά μας. Ευτυχώς όχι στα δικά μας παιδιά. Τούτη η γεωγραφία σ’ ευνοεί. Είσαι στον καναπέ σου. Μπορείς ακόμη να αποφύγεις  αυτά που σε φοβίζουν. Μπορείς να κλείσεις τα μάτια τη χειρότερη στιγμή.

Μπορείς;

Απόψε δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Πίσω απ’ τα βλέφαρα τα ‘βλεπα μπροστά μου. Έβλεπα αυτές τις στιγμές, τις λιγοστές, τις τελευταίες τους, να παίζονται καρέ καρέ καθώς πάλευε να με πάρει ο ύπνος. Βαρύ το στρώμα, η ασφάλεια του σπιτιού. Η σκιά μου με στήνει στον τοίχο. Κρατά στα χέρια όπλο και πυροβολεί.

Γράφω και ντρέπομαι για το γένος μου. Τίποτα πια δε ξέρω, ούτε τον  εαυτό μου. Ο χρόνος πάγωσε κι όλα όσα πιστεύαμε αποδείχθηκαν αλλιώς. Κάτι άγριο και βαρύ σκιάζει τις ζωές όλων. Μέσα στον εφιάλτη μιας αλήθειας που δε θέλουμε να δεχτούμε. Που για χρόνια την ακούγαμε ως ιστορίες, ταινίες, βιβλία και θλιμμένη ποίηση περασμένων γενιών. Τώρα οι ιστορίες έγιναν εικόνες στον απέναντι δρόμο. Οι ταινίες ρεπορτάζ των 8. Κι η θλίψη, πόνος που καμιά ποίηση δεν μπορεί να απαλύνει. Το βρωμερό τέρας στέκεται μπροστά σου. Έχει τα αυτιά και τα νύχια πλασμάτων που αυτοαποκαλούνται άνθρωποι, μα δεν είναι αυτό. Όχι δεν είναι αυτό. Άνθρωποι είναι εκείνοι που υποφέρουν. Άνθρωποι είναι εκείνοι που βοηθούν. Που νοιάζονται και ρισκάρουν. Όλοι οι υπόλοιποι, όλα τα υπόλοιπα, ζωύφια που τρέφονται εις βάρος τους. Παράσιτα που απειλούν, βασανίζουν και σκοτώνουν. Και κάθε μέρα, κάθε στιγμή, αποδεικνύουν πώς χειρότερη φύση απ’ την ανθρώπινη δεν υπάρχει.

Γράφω για να παρηγορηθώ. Πώς να παρηγορηθώ; Πώς να σας παρηγορήσω; Λίγες, ασήμαντες οι λέξεις μπρος στη θεομηνία. Πότε θα τελειώσει όλο αυτό; Πότε θα τιμωρηθούν τα τέρατα; Πότε θα γίνει ένα θαύμα και το λόγο θα πάρει η ζωή; Πότε θα γυρίσει ο δείκτης αλλιώτικα και θα πάρει σειρά η ελπίδα;

Σε μια γωνία του μυαλού κραυγάζει η ανάγκη για χαρά και δημιουργία μα ποδοπατιέται άγρια μαζί με τις ψυχές αυτών που φύγανε. Ο Θεός ας τις αναπαύσει.

Δεν σας ξεχνάμε.

Advertisements

The Sea of Love?

«Κάτσε να φυλάς τη βάρκα», την πρόσταξε και έπειτα βούτηξε με τους μαθητευόμενους για να τους δείξει τον ύφαλο με τα κοράλλια. Εκείνη τα ‘χε δει πολλές φορές στο παρελθόν μαζί του. Ειδικά τότε, στην αρχή του φλερτ τους, την ξεμονάχιαζε με κάθε ευκαιρία σε υφαλοκρηπίδες, μυστικές παραλίες και θαλάσσιες σπηλιές. Απ’ όταν ανέλαβε βοηθός του στη σχολή καταδύσεων, κόπηκαν οι πολλές «εξορμήσεις». Είχαν περάσει και δυο χρόνια, είχαν κοπάσει κι οι ορμές, ξέμεινε να φυλάει μόνη της τη βάρκα με τον εξοπλισμό και τις περίσσιες μπουκάλες οξυγόνου, όσο εκείνος αλώνιζε τους βυθούς.

Σήμερα όμως ήταν αλλιώς. Είχε λαδιά κι ήταν απάνεμο το αγκυροβόλι. Κανένα ρεύμα δεν απειλούσε να ξεσύρει την άγκυρα και κανένα κύμα να αναποδογυρίσει την βάρκα. Το γκρουπ κατάδυσης θα έλειπε τουλάχιστον για δύο ώρες, μπορούσε να κάνει μια γρήγορη βουτιά ως τον απέναντι όρμο, δίχως να την πάρει εκείνος χαμπάρι. Continue reading

Το χρονικό μιας γραφομηχανής που φτούρησε. Ή μήπως όχι;

Photo by Kak

Το γράψιμο είναι ξεγύμνωμα. Ντε φάκτο. Κι ανάλογα την εποχή, την ηλικία και τις συνθήκες, είτε το κρύβεις κάτω από τόνους ρούχα, φοβίες και ενοχές, είτε το περιφέρεις ξεδιάντροπα δίχως την παραμικρή συστολή και ανασφάλεια.

Όπως τα πιτσιρίκια που κυκλοφορούν στις παραλίες τσίτσιδα, κατουράνε στην ακτή χαρίζοντας κουτσοδόντικα χαμόγελα σε γονείς και λουόμενους και κάνουν τούμπες σε ξένα σπίτια δίχως να τους νοιάζει αν θα φανεί το βρακί τους. Ξετσιπωσιά κανονική για την ενήλικη κοινωνία που μέσα στη ντροπή και την ενδόμυχη ζήλια της, βιάζεται να τα δικαιολογήσει «Μα είναι παιδιά ακόμα». Continue reading

Σαν ζήλεψα αυτά που γράφεις

Anazitisi_Themelis

photo by Franceska

Κοιτάζω τη φωτογραφία σου. Έφυγες Αύγουστο του ’11, λέει. Αυτός ο Αύγουστος με αυτό το χαμόγελο και τα κυρτά μάτια μου δένουν τόσο. Χαρούμενη εικόνα, χαρούμενος μήνας να κινήσει κανείς για αλλού.

Εδώ και καιρό, μπορεί μήνες, μπορεί χρόνια, δεν μ’ έβρισκαν αυτά που διάβαζα. Ίσα ξεχώριζα τις φωνές, μουρμουρητά τα περισσότερα· πως να τ’ αναζητήσω; Όσο για ‘κεινα που έγραφα η ίδια, αυτά που ξαναδιάβαζα να ακούσω τη φωνή μου, μόνο στριγκλιές ξεχώριζα. Πέρναγα τρομαγμένη τις σελίδες, διάβαζα στον «αέρα», μη με ξεκουφάνω. Και χάθηκα με νυσταλέα μάτια πάνω από μισάνοιχτα βιβλία και χειρόγραφα, μέσα σε λευκά περιθώρια και τσακισμένες σελίδες, να αβγατίζω ένα τέλος που δεν έλεγε να ‘ρθει και σαν ερχότανε έμοιαζε να μη διαβάστηκε ποτέ.

Τι βάσανο και τούτο κι όποιος ζει για τις ιστορίες, ξέρει τι σημαίνει να χάνεις τον καημό σου για αυτές. Να τα βάζεις με τον εαυτό σου «Εσύ φταις! Μονάχα εσύ!» Στέρεψε η όρεξη για ανάγνωση, τη φάγανε διαδικτυακά δόντια και φτύσαν κοκκαλάκι τη βιβλιοθήκη.

Και  τι σε νοιάζει, θα μου πεις. Τι να σε νοιάζει εκεί που βρίσκεσαι. Δε ξέρω… Ίσως πάλι να σε νοιάζει. Ίσως να ξέρεις αυτό το λίγωμα να διαβάσεις, να γράψεις, μα να μη βρίσκεις τίποτα. Όπως εκείνος που ποθεί να ζευγαρώσει και έρωτα δε βρίσκει, παρά πρόσωπα που υπόσχονται πολλά και θέλουν λίγο, τόσο λίγο για να διαψεύσουν ψευδαισθήσεις και ελπίδες.

Κι έπειτα βρήκα τη φωνή σου. Ήσυχη μες στο κατακαλόκαιρο. Τη βρήκα μέρα σε νησί. Μετά από βαρύ χειμώνα. Τη βρήκα με μάτια κι αυτιά, και η θάλασσα, ο ήλιος,  όλα όσα είχα διαολεμένα ανάγκη, γινήκαν δεύτερα. Όπως ο έρωτας ο κατακούτελος που δε χρειάζεται χρόνο και συστάσεις. Έρχεται σε λάθος στιγμή, όταν το μυαλό είναι αλλού, οι ανάγκες άλλες. Και γίνεται ο μπελάς απαραίτητος, πάνω που ‘χες συνηθίσει το γκρι…

photo by franceska

“Τιμής ένεκεν”

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΜεγαλώνουμε και χάνονται οι άνθρωποι. Και τούτο ειν’ το πιο σκληρό σ’ αυτό το «μεγαλώνω». Σ’ αυτούς που φύγαν  δε ξέρω τι να πω, παρά να μη ξεχάσουν. Μη ξεχαστούν απ’ το φευγιό και λησμονήσουν θάλασσα, γη και ουρανό. Το πέλαγος τα δειλινά κι αυτή την πρώτη μυρωδιά ιώδιο, σα μπαίνει καλοκαίρι. Θυμάρι, κάπαρη, αγιόκλημα. Και ούζο να μουδιάζει η γλώσσα. Τη νοτισμένη άμμο τα πρωινά και τα αυγουστιάτικα μελτέμια. Τις μπόρες που ξεσπούν καμιά φορά μες στο νερό, μπερδεύοντας σύννεφα με το θαλασσινό αλάτι.

Και σαν κρυώσει ο καιρός τα πρώτα φύλλα καταγής. Κίτρινα, καφετιά, πορτοκαλιά. Λίγο να βγεις από τις πόλεις μέχρι και πυρωμένα. Ο ήχος από τρεχούμενα νερά, οι μυρωδιές χώματος και δροσιάς απ’ τις υπόγειες πηγές. Ο μεζές ζεστός, ζεστή και η ρακί με μέλι. Πώς να ξεχάσουν; Τα κάλαντα, τα λαμπιόνια και τ’ αναμμένα τζάκια. Πεύκο που καίει και λυτρώνει. Πεύκο και ζεστή κανέλα. Και γλυκίσματα πολλά. Να κολλά η άχνη σε μύτη και πηγούνι, να γελούνε τα παιδιά. Αχ, τα παιδιά, ένα χαμόγελο και λυτρώνεται ο κόσμος. Μια αγκαλιά και αγαλλιάζουνε ψυχές και πόνοι. Να μη ξεχάσουν τα παιδιά. Γιατί εκείνα ποτέ τους δε ξεχνούν. Τα παιχνίδια στις χιονισμένες αυλές και τις ανθισμένες αμυγδαλιές. Πέταλα λευκά και ροζ  να ομορφαίνουνε το βάζο.

Άκου! Έρχεται η Λαμπρή. Με ψαλμούς και λιτανείες. Αναμμένα τα κεριά στις εκκλησίες, φεγγίζουν τα φιλιά στο ξύλο της εικόνας. Χρηστός Ανέστη εκ Νεκρών… και οι νεκροί μας φύγαν. Κάθομαι τέλος  Άνοιξης και κλαίω. Το καλοκαίρι χάθηκε για αυτούς και πώς να τους το φέρω.

Το κελί

bear-still-liffe-cage

Photo by kak

Η Έλενα Δίου γράφει για κελιά που κλειδώνουν από μέσα


Μονόλογος

Σάββατο βράδυ, καθιστικό του Λεωνίδα και της Λυδίας

“Σαββατόβραδο, η μόνη μέρα που μπορούμε να βγούμε σαν άνθρωποι χωρίς το άγχος του πρωινού ξυπνήματος, εκείνος βγαίνει με τους φίλους του. Τώρα πια δεν έχω πρόβλημα. Χαίρομαι όταν φεύγει γιατί πλέον δεν τον αντέχω. Στα μάτια του βλέπω τον εαυτό μου σαν ένα φάντασμα που κάνει τις δουλειές του σπιτιού και τίποτα άλλο. Πως έφτασα ως εδώ; Πως καταντήσαμε έτσι; Φταίει η καλοσύνη μου που έγινε το δεδομένο του; Ίσως αν ήμουν λίγο αναίσθητη, λίγο στο κόσμο μου, να μου έδινε περισσότερη σημασία. Να προσπαθούσε περισσότερο να με κάνει ευτυχισμένη. Να κρατούσε ακόμα αναμμένη εκείνη τη φλόγα που μας λαμπάδιαζε όταν πρωτογνωριστήκαμε και έσβησε από τα πολλά πήγαινε έλα μέσα στο ίδιο σπίτι.

Αλλά πως γίνεται να είσαι στον κόσμο σου όταν καρδιοχτυπάς; Πως γίνεται να γίνεις αναίσθητος όταν έχεις γεννηθεί ευαίσθητος; «Πρέπει να πάθεις για να μάθεις» μου έλεγαν μα εγώ αγύριστο κεφάλι αρνιόμουν να μάθω ένα τέτοιο μάθημα. Κι όμως… Έπειτα από πολλές  ενέσεις απάθειας κι αδιαφορίας απ’ την μεριά του, να που ήρθε η στιγμή και μεταμορφώθηκα σε κάτι άλλο. Πιο ανθεκτικό. Πιο δυνατό; Βούτηξα στην κόλαση, βγήκα, στέγνωσα, στάθηκα στα πόδια μου με την αναισθησία πια κτήμα κι έναν εαυτό που δεν αναγνωρίζω.

Κι ο Λεωνίδας από εραστής έγινε απλός συγκάτοικος.

Τώρα πια είμαστε μαζί μόνο και μόνο από συνήθεια. Από βόλεμα. Τις ελάχιστες φορές που τυχαίνει να είμαι μαζί του, βαριέμαι αφάνταστα. Η παρουσία του και μόνο στο χώρο με εκνευρίζει. Θέλω να μένω μόνη μου. Με τον εαυτό μου και την ησυχία μου. Όπως τώρα.

Τότε γιατί; Γιατί διάολε μένω; Γιατί δε φεύγω; Γιατί δε φεύγει; Γιατί δε χωρίζουμε; Καταραμένο βόλεμα! Που να τρέχουμε τώρα να βρούμε το καινούργιο, να ερωτευόμαστε πάλι από την αρχή, να δούμε αν ταιριάζουμε, να… να….

Και μένω ακόμη εδώ. Με την ελπίδα να αλλάξει. Να αλλάξω. Αλλάζει όμως ο άνθρωπος; Η συμπεριφορά για λίγο μπορεί. Μπορεί κι η σκέψη. Όμως η ψυχή; Όχι η ψυχή.

Και μένουμε ακόμη εδώ. Μαζί και μόνοι, δυο φυλακισμένοι στο κελί τους με δεσμοφύλακες την ελπίδα και το συμβιβασμό.”

Κλειδιά στην εξώπορτα. Βήματα στο κατώφλι. «Μωρό μου γύρισες;»

Ε.Δ


Λίγα Λόγια για την Έλενα: Έλαβε πτυχίο Αγγλικής Φιλολογίας από το Αμερικάνικο Κολέγιο Ελλάδος και Μεταπτυχιακό στην Εκπαίδευση από το Πανεπιστήμιο Μπαθ της Αγγλίας. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια γλωσσολογίας, παιδικής ψυχολογίας, θεατρικής / δημιουργικής γραφής, σωματικού θεάτρου και Butoh. Από το 2011 μέχρι το 2014 έκανε εργαστήρια υποκριτικής. Έχει συμμετάσχει σε τρεις θεατρικές παραστάσεις και σε μία ταινία μικρού μήκους. Έχει γράψει 8 θεατρικά έργα: «Εύα», «Ψυχοπάθεια», «Κόκκινο Κρασί», «Σ.Σ.Τ.» (Στρατόπεδο ΣυγκέντρωσηςTheresienstadt), «ΜΑΣΚΕΣ», «Άρωμα Λονδίνου», «Στη λίμνη», «Δυστυχισμένα λούσα» και έχει κάνει θεατρική διασκευή την «Αιολική Γη» του Ηλία Βενέζη και την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του Λιούις Κάρρολ. To έργο «Κόκκινο Κρασί» διακρίθηκε με έπαινο τον Οκτώβριο του 2011 από τον Όμιλο για την UNESCO Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας, το έργο «Σ.Σ.Τ.» (Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Theresienstadt) κατέκτησε το 1ο βραβείο στο φεστιβάλ του Pocket TheaterFestival, 1ο Μικρό Φεστιβάλ Θεάτρου – Άβατον το Σεπτέμβριο του 2014 και το έργο «Στη λίμνη» διακρίθηκε με το Γ’ βραβείο τον Νοέμβριο του 2015 από τον Όμιλο για την UNESCO Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας. Επίσης έχει γράψει ένα σενάριο: «Ένα ποτήρι Κόκκινο Κρασί» κι ένα διήγημα: «Φόνος στο δωμάτιο 13». 


Διαβάστε περισσότερες ιστορίες “περαστικών” εδώ

Φίλος ξεκινά να γράφει

Home cavant la terra (Jean-François Millet)

“Home cavant” Jean-François Millet Gruchy, La Hague, Normandia, 1814 – Barbizon, França, 1875

Πίστομα σημαίνει μπρούμυτα. Με το πρόσωπο στη γη. Πίστομα είναι και ο τίτλος του διηγήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. 

Δεν ήξερα ούτε το ένα ούτε τ’ άλλο. Μέχρι το μεσημέρι που ένας φίλος -λάτρης των βιβλίων και προσφάτως πειραματιστής της πένας – μου μίλησε για το αφαιρετικό διήγημα από τις “Κορφιάτικες Ιστορίες” του Κερκυραίου πεζογράφου.
-Μας ζήτησαν “το Πίστομα” απ’ την αρχή.  Απ’ την πλευρά της μάνας.
Μια ιστορία δημοσιευμένη το 1899 γινόταν το πείραμα σε ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής του 2015.
-Δύσκολο άντρας να γράφει για γυναίκα, βιάστηκα να μιλήσω. Πόσο μάλλον σε ένα διήγημα που μετρά 116 χρόνια πίσω.

Μόλις έλαβα το παρακάτω κείμενο, το μόνο “πίσω” ήταν τα λόγια μου που πήρα.


“Είναι πεθαμένος Μαριώ μου! Τον σκότωσαν κοντά στην πηγή του Κατσίβελη. Μου το εμπιστεύτηκε ο ξάδερφος μου, ο Λοράντος. Το ξέρεις δα, ότι η συμμορία του Μπαφλάρα κρύβεται στη στάνη του.”
Χείμαρρος τα λόγια του Μανόλη και ιδρωμένο το στέρνο του. Ο ήλιος, ξαπλωμένος πάνω σε λιόδεντρα κι αμπέλια, χάιδευε τα κεφάλια τους.
“Να! Στο σταυρό που σου κάνω!”
Δεν θέλησε και πολύ να τον πιστέψει. Εικοσιπέντε χρονών μ’ αθώο βλέμμα, γεμάτα χείλια και φουσκωμένο στήθος, δίψαγε γι’ αυτά που δε χόρτασε. Κοντά ένα χρόνο κρυβόταν στο βουνό ο κακούργος, που της έδωσαν για άντρα. Με ξεθωριασμένη τη θύμηση, αφέθηκε στο πανηγύρι του κορμιού.
Τώρα το μπόι του παιδιού ήταν ίσα με το γόνατό της κι ο ληστής νεκραναστημένος.  Λάθος τους τα ‘χε μηνύσει ο Λοράντος. Δεν πέθανε σου λέει, μόνο ένα μπόλι είχε φάει, μα τι να του κάμει του “θεριού”. Δυο φορές ζωντανός, με το που δόθηκε αμνηστία, κίνησε πάλι πίσω στο χωριό. Πίσω στο σπίτι της που ‘χε πάρει για προίκα.
Γλίστρησε από τη χαραμάδα μέσα, την ώρα που βγαίνουν για κυνήγι τα αρπαχτικά του δάσους. Όμοια με το ποντίκι στη θέα της οχιάς, κοκάλωσε και έτρεμε η καημένη σαν τον είδε. Το αίμα χάθηκε απ’ το πρόσωπό της. Πήρε το παιδί στην αγκαλιά και το έσφιγγε, το έσφιγγε, μέχρι που άσπρισαν τα δάχτυλά της. Ο κακούργος δεν έριξε ματιά πάνω του. Γύρευε να μάθει το όνομα του Μανόλη. Μόλις του το ομολόγησε, γίνηκε καπνός.

Continue reading

Το φλιπεράκι

-Πως υπογράφεις; 

-Ξέρω γω.

-Πρέπει να βάλω κάτι, μια υπογραφή με δυο σειρές από κάτω.

-Εννοείς κάτι σαν “μια μικρή ιστορία από τον συγγραφέα ιστορικών διατριβών, μικρών ιστοριών και οικονομοτεχνικων μελετών;” χμ… φτιάξτο όπως νομίζεις. Τον αγαπημένο μου ήρωα μόνο κράτα.

-Έγινε.

“Σημερα στο readink γραφει ο Μιχαλης Καραμανος”


fliperakiΤο φλιπεράκι

-Τι στέκεσαι πίσω από τον ορό; Έλα θέλω να μιλήσουμε λιγάκι.

-Οκ, μπαμπά.

-Το μαγαζί και η αποθήκη μας… το κομμωτήριο της μάνας σου… η οικοδομή που φτιάξαμε στην Αγορακρίτου… η καφετέρια που με κατάφερες να σου ανοίξω … και το γραφείο. Όλα σε απόσταση 200 μέτρων το πολύ μεταξύ τους. Νόμιζα ότι μου ανήκαν. Τελικά τους άνηκα εγώ… Σαν φλιπεράκι με έμενα στο ρόλο της μπάλας. Εκσφενδονιζόμουν από το ένα μέρος στο άλλο και έσκαγα πάνω σε τοίχους. Κάθε φορά και πιο κουρασμένος και πιο φθαρμένος. Αρχικά το άντεχα. Τα  φλίπερ βλέπεις έχουν λαμπερά φωτάκια και τον ηλεκτρονικό ήχο για αντιπερισπασμό: Εσένα και τον αδελφό σου που μεγαλώνατε, τον κόσμο που άρχισε να με υπολογίζει, το θαυμασμό της  μάνας σου. Ύστερα άρχισα να αντιλαμβάνομαι την κατάσταση μου. Κάθε μέρα το παιχνίδι με κούραζε περισσότερο. Χρειαζόμουν μια διέξοδο. Την προσωποποίησα σε μια τυχαία γυναίκα και προχώρησα. Δυστυχώς το φλιπεράκι έχει μια μόνο έξοδο για την μπάλα. Όταν την περάσεις ο πίνακας γράφει “Game Over” και το παιχνίδι τελειώνει. Έτσι νομίζω σας έχασα. Continue reading

Παραμονή εκλογών

Paramoni_Eklogwn_Sept_2015

Photo by Franceska

Μια γυναίκα έξω από το σούπερ μάρκετ. Καθισμένη παραπλεύρως του λιγοστού γκαζόν. Γύρω στα 40, με γυαλιά μυωπίας και μαλλιά δίχως γκρίζο. Φοράει ρούχα απλά που φωνάζουν φροντίδα πριν καν τα μυρίσεις. Ψάχνω στα χέρια της το βιβλίο- μια τέτοια γυναίκα, μια τέτοια μέρα θα ‘πρεπε να κρατά ένα βιβλίο, δεν μπορεί. Να απολαμβάνει τον ήλιο στο πεζούλι, μπροστά από το δείγμα κήπου του σούπερ μάρκετ. Ψάχνω στα χέρια της αγγλική ποίηση ή ένα μυθιστόρημα της Όστεν. Θα της ταίριαζε νομίζω.

Προχωρώ φορτωμένη πλαστικές σακούλες που μου κόβουν τις παλάμες. Βλέπω το άδειο πλαστικό ποτήρι ανάμεσα στις δικές της. Με κοιτάζει. «Ότι έχετε. Ότι μπορείτε» ακούω τη φωνή. Φωνή που μουδιάζει το στήθος, συρρικνώνει τα πόδια.  Continue reading

Ο σελιδοδείκτης στους «Προσανατολισμούς»

Για όσους βρίσκονται μακριά απ’ την Ελλάδα και γυρεύουν εικόνες της, παρηγοριά στη λησμονιά τους.

Για όσους ζουν κοντά της μα ξέχασαν που βρίσκονται, απ’ όταν ροκάνισε το γκρίζο, με δόντια, πράσινο και γαλανό.

Για όσους επιβιώνουν χάρις στην αναμονή και ευτυχούν από τη σιγουριά, πως πίσω από δρόμους και λιμάνια, τους καρτερά ο τόπος τους.

Για όσους κουράστηκαν από χειμώνες δίχως τέλος κι όψιμα καλοκαίρια, η ποίηση, το μόνο θαλασσινό λημέρι.

Να σπέρνει κόκκους την άμμο για να πατούν ξυπόλητοι. Να φέρνει αύρα αλμυρή για να εισπνέουν ιώδιο κι αλάτι. Κι όπως τα μάτια κλείνουν, να το θωρούν μπροστά τους:

Αυτό το Μπλε. Το Φως. Και τον Ελύτη.

Τυχερός λαός μέσα στην ατυχία σου, αξιώθηκες λόγια Μεγάλων.

Φ.M


Ηλικία της Γλαυκής Θύμησης

Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα

Κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση

Έλυτρα χρυσά του Αυγούστου στον μεσημεριάτικο ύπνο

Με φύκια ή όστρακα. Κι εκείνο το σκάφος

Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, που διαβάζει ακόμη στην ειρήνη

του κόλπου των νερών Έχει ο Θεός

 

Περάσανε τα χρόνια φύλλα ή βότσαλα

Θυμάμαι τα παιδόπουλα, τους ναύτες που έφευγαν

Βάφοντας τα πανιά σαν την καρδιά τους

Τραγουδούσαν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα

Κι είχαν ζωγραφιστούς βοριάδες μες στα στήθια.

 

Τι γύρευα όταν έφτασες βαμμένη απ’ την ανατολή του ήλιου

Με την ηλικία της θάλασσας στα μάτια

Και με την υγεία του ήλιου στο κορμί – τι γύρευα

Βαθιά στις θαλασσοσπηλιές μες στα ευρύχωρα όνειρα

Όπου άφριζε τα αισθήματά του ο άνεμος

Άγνωστος και γλαυκός, χαράζοντας στα στήθια μου

το πελαγίσιο του έμβλημα

 

Με την άμμο στα δάχτυλα έκλεινα τα δάχτυλα

Με την άμμο στα μάτια έσφιγγα τα δάχτυλα

Ήτανε η οδύνη –

Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωσα πρώτη φορά το ανθρώπινο βάρος σου

Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό κι αμαρτία

Όπως την πρώτη μέρα μας στη γη

Γιόρταζαν τις αμαρυλλίδες – Μα θυμάμαι πόνεσες

Ήτανε μια βαθιά δαγκωματιά στα χείλια

Μια βαθιά νυχιά στο δέρμα κατά κει που χαράζεται παντοτινά του ο χρόνος

 

Σ’ άφησα τότες

 

Και μια βουερή πνοή σήκωσε τ’ άσπρα σπίτια

Τ’ άσπρα αισθήματα φρεσκοπλυμένα επάνω

Στον ουρανό που φώτιζε μ’ ένα μειδίαμα.

 

Τώρα θα ‘χω σιμά μου ένα λαγήνι αθάνατο νερό

Θα ‘χω ένα σχήμα λευτεριάς ανέμου που κλονίζει

Κι εκείνα τα χέρια σου όπου θα τυραννιέται ο Έρωτας

Κι εκείνο το κοχύλι σου όπου θ’ αντηχεί το Αιγαίο.

DSC_6798-002_1

photo by Kak

 

 

Από την πρώτη ποιητική συλλογή

του Οδυσσέα Ελύτη «Προσανατολισμοί»

Ελλάδα, 1939