Κάτι που δεν έπρεπε να γραφτεί για κάτι που δεν έπρεπε να γίνει

Η τηλεόραση ανοιχτή. Ο υπολογιστής ανοιχτός. Θέλω να βαρέσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Προσπαθώ να ‘ρθω στα συγκαλά μου. Με ποιο δικαίωμα; Με ποιο δικαίωμα μιλώ εγώ για θλίψη; Με ποιο δικαίωμα γράφω για αυτό;
Ναι, αυτό είναι ένα κείμενο που δεν έπρεπε να γραφτεί. Τα λόγια εκφυλίζουν το μέγεθος της συμφοράς. Δεν έχουν νόημα. Δεν έχουν αξία. Το μυαλό σκαλώνει σε κάθε συλλαβή. Τι να τις κάνει κανείς τούτες τις λέξεις, τα «λυπάμαι», τα «θρηνώ» όταν η ζωή έχει ήδη χαθεί; Τι να τις κάνουν εκείνοι που έφυγαν, εκείνοι που είδαν τους δικούς τους να φεύγουν; Τι να την κάνουν τη δική μας θλίψη, το δικό μας τρόμο, το δικό μας σταυροκόπημα. Το “Θεέ μου, θα μπορούσαν να ‘ναι τα δικά μας παιδιά…”
Τι να τα κάνουν.
Το ξέρεις και το ξέρω. Αύριο, μεθαύριο, σε δυο μήνες, σε δυο καλοκαίρια, σιγά σιγά τούτος ο εφιάλτης θα ξεθωριάσει μες στο μυαλό μας. Θα πάρει προβάδισμα η ζωή. Όπως πάντα συμβαίνει. Όπως τ’ ορίζει ο χρόνος.
Όχι για όλους. Για κάποιους ο χρόνος σταμάτησε. Για κάποιους ο χρόνος τους στέρησε ότι δεν πρέπει να στερείται άνθρωπος. Για αυτούς τους ανθρώπους λοιπόν αυτές τις στιγμές ας κρατήσουμε σιγή. Πολλών λεπτών σιγή. Ας σκύψουμε το κεφάλι από σεβασμό, ας μη μιλήσουμε άλλο, ας σιωπήσουμε. Κι όταν έρθει η ώρα, όταν αυτοί οι άνθρωποι είναι πλέον σε θέση να μοιραστούν τον πόνο τους, ας τους ακούσουμε. Δίχως να μιλάμε. Δίχως να σχολιάζουμε. Ας μάθουμε λίγη απ’ την αξία της ζωής από εκείνους που λίγο έλειψε να τη χάσουν. Ας μάθουμε λίγη απ’ την αξία της αυτοθυσίας από εκείνους που ρίσκαραν τους εαυτούς τους για να σώσουν τους άλλους. Ας μάθουμε λίγη από την αξία της προσφοράς από εκείνους που προσφέρουν ανώνυμα και αθόρυβα αυτά που δεν τους περισσεύουν. Ας μάθουμε ότι μπορούμε. Κι όταν έρθει η ώρα να μιλήσουμε, ας μιλήσουμε στα δικά μας τα παιδιά. Ας τους πούμε για το σεβασμό που πρέπει να δείχνουν στη φύση. Για το σεβασμό που πρέπει να δείχνουν στο διπλανό τους. Για το σεβασμό που οφείλουν στον εαυτό τους, στις επιλογές τους, στις πολιτικές πεποιθήσεις, στις αξίες τους. Η δική μας γενιά έχει φθαρεί. Όπου κι αν γυρίσουμε το κεφάλι το βλέπουμε, το νιώθουμε. Τα θεμέλια για τις επόμενες όμως τώρα μπαίνουν. Όσο μπορούμε, όσο μας επιτρέπει η ζωή, ας τα ορίσουμε.

Όμως δεν είναι τώρα αυτή η στιγμή. Δεν είναι τούτη η ώρα να μιλήσουμε για όλα αυτά. Αυτή η στιγμή, αυτό το καλοκαίρι ανήκει αλλού. Και αυτό το κείμενο δεν έπρεπε εξαρχής να ‘χει γραφτεί.
Συγνώμη. Αναπαυτείτε. Θα σας θυμόμαστε.

Advertisements

Για κάποιο Σαββατόβραδο στην Καισαριανή

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή να μιλάς για την πατρίδα σου. Για την πατρίδα έτσι όπως θα θέλαμε να τη ζούμε και να την καμαρώνουμε. Την πατρίδα των αγώνων, της παλικαριάς, της αυτοθυσίας. Την πατρίδα της αλήθειας και της τιμής. Αυτήν την πατρίδα που βλέπουμε σε κάθε πόλη, κωμόπολη, νησί και χωριό μέσα από τα αγάλματα και τα μνημεία πεσόντων. Άντρες, γυναίκες, παιδιά… 14, 15, 16 χρονών. Κάθε ένα κι από μια ιστορία. Κάθε ένα και δέος, περηφάνια, ανατριχίλα. Τα κοιτάζω, τα διαβάζω και γνωρίζω τη συντριβή. Όχι για εκείνους που πέσαν, για εκείνους που θυσιάστηκαν αλλά για τους άλλους. Αυτούς που δεν δικαίωσαν, δεν δικαιώνουν κείνες τις θυσίες. Αυτούς που λοβοτομούν κάθε στιγμή τη χώρα μου. Γιατί το κακό από ξένο χέρι, πολεμιέται. Με μάχες, πράξεις ηρωισμού, μνημεία και τραγούδια, πολεμιέται. Το ντόπιο όμως; Το ελληνικό; Αυτό το χέρι που όπλισε τα Δεκεμβριανά και τους εμφυλίους, το ίδιο χέρι που προωθεί το ξεπούλημα της πατρίδας μας όλα αυτά τα χρόνια… πως το πολεμάς;  Πως νικιέται; Πως θα ξεπλύνουμε τούτη τη ντροπή; Την προδοσία σε κείνους που «φύγαν» για εμάς; Εκείνους που τιμώνται μέσα από αφιερώματα, στεφάνια και βαρύγδουπες δηλώσεις στα κανάλια την ίδια στιγμή που τουφεκίζονται ξανά και ξανά πισώπλατα. Πισώπλατα. Να μια λέξη του σήμερα. Χτυπήθηκε η Ελλάδα πισώπλατα. Πήγαν χαράμι οι θυσίες. Και ποιος τις λογαριάζει πλέον τις τιμές….

Αύριο δεν θα υψώσω σημαία. Μόνο θα αφήσω με το νου μια μαργαρίτα σε όλα τα αγόρια, κορίτσια, άντρες και γυναίκες που χάρισαν τα χρόνια τους στην ελευθερία της πατρίδας μας. Κι έπειτα θα ζητήσω συγνώμη. Που δεν σταθήκαμε αντάξιοι. Που είμαστε κι εμείς προδότες. Και καθόμαστε αμέτοχοι να βλέπουμε τους μεγάλους καθώς ξεπουλούν τη χώρα μας.

Φ.Μ


Continue reading

Βλέπω παιδιά στον ύπνο μου

photo by Kak Photography

Είναι παιδιά που τρέχουν, κλαίνε, πνίγονται. Παιδιά πληγωμένα, θαμμένα σε συντρίμμια, παιδιά νεκρά. Αυτά τα παιδιά πάνε ανάποδα απ’ τις ειδήσεις, ξεφεύγουν με χέρια και πόδια  απ’  τις οθόνες, περπατούν ως το ταβάνι, κρέμονται πάνω απ’ το κεφάλι σου κι έπειτα χάνονται μέσα σε μια στιγμή. Την περσινή, τη χτεσινή, αυτήν τώρα εδώ. Καθώς διαβάζεις, πίνεις καφέ, τρως, φιλιέσαι κι αγαπάς. Την ίδια αυτή στιγμή ψυχορραγούν. Μέσα σε μια βάρκα στη Μεσόγειο. Μέσα σε ένα κατάμεστο θέατρο. Σε ένα ταξίδι. Μια εκδρομή. Μια βόλτα. Μια αγορά. Πάνω σε ένα τραγούδι. Ένα χορό… Στο Παρίσι. Στο Λονδίνο. Στο Σινά. Στο Μπαμάκο. Στη Βηρυτό. Στις Βρυξέλλες. Στην Κωνσταντινούπολη. Στη Μόσχα. Στη Νίκαια. Στο Βερολίνο. Στο Μάντσεστερ. Στη Βαρκελώνη. Στα χέρια ενός κοριτσιού απ’ το Κομπάνε που της γλίστρησε τ’ όπλο. Ξεχνώ κάποιο; Συνέβη κάτι ακόμη; Κάποια στιγμή, πριν μήνες, όταν ξεκίνησα τούτο το η ημιτελές κείμενο, μπορούσα ακόμα και να τα μετράω. Πλέον χάθηκε το μέτρημα και δεν τα προλαβαίνω. Έχουν συμβεί πολλά. Πάρα πολλά. Τόσα που πλέον η ζωή κραδαίνει μπρος στα μάτια το χειρότερο:

Τότε, τώρα. Εδώ εκεί. Έχει διαφορά; Απλή γεωγραφία όλα.

Κλείνεις τα μάτια τρομαγμένος. Ποιος θα βρεθεί να τα δικάσει όλα αυτά; Αυτούς που ξεπουλούν ανθρώπους για να γεμίζουν τις τρύπιες τσέπες τους; Αυτούς που αλλοιώνουν τα σύμβολα αγάπης σε σύμβολα θανάτου για  να ‘χουνε λόγο οι βρωμιές τους; Που γυρνούν τη δημιουργία σε βία και τη ζωή σε σκοτάδι. Και λυπάσαι, οργίζεσαι, σταυροκοπιέσαι στα κρυφά. Όχι στα δικά μας. Ευτυχώς όχι στα δικά μας παιδιά. Τούτη η γεωγραφία σ’ ευνοεί. Είσαι στον καναπέ σου. Μπορείς ακόμη να αποφύγεις  αυτά που σε φοβίζουν. Μπορείς να κλείσεις τα μάτια τη χειρότερη στιγμή.

Μπορείς;

Απόψε δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Πίσω απ’ τα βλέφαρα τα ‘βλεπα μπροστά μου. Έβλεπα αυτές τις στιγμές, τις λιγοστές, τις τελευταίες τους, να παίζονται καρέ καρέ καθώς πάλευε να με πάρει ο ύπνος. Βαρύ το στρώμα, η ασφάλεια του σπιτιού. Η σκιά μου με στήνει στον τοίχο. Κρατά στα χέρια όπλο και πυροβολεί.

Γράφω και ντρέπομαι για το γένος μου. Τίποτα πια δε ξέρω, ούτε τον  εαυτό μου. Ο χρόνος πάγωσε κι όλα όσα πιστεύαμε αποδείχθηκαν αλλιώς. Κάτι άγριο και βαρύ σκιάζει τις ζωές όλων. Μέσα στον εφιάλτη μιας αλήθειας που δε θέλουμε να δεχτούμε. Που για χρόνια την ακούγαμε ως ιστορίες, ταινίες, βιβλία και θλιμμένη ποίηση περασμένων γενιών. Τώρα οι ιστορίες έγιναν εικόνες στον απέναντι δρόμο. Οι ταινίες ρεπορτάζ των 8. Κι η θλίψη, πόνος που καμιά ποίηση δεν μπορεί να απαλύνει. Το βρωμερό τέρας στέκεται μπροστά σου. Έχει τα αυτιά και τα νύχια πλασμάτων που αυτοαποκαλούνται άνθρωποι, μα δεν είναι αυτό. Όχι δεν είναι αυτό. Άνθρωποι είναι εκείνοι που υποφέρουν. Άνθρωποι είναι εκείνοι που βοηθούν. Που νοιάζονται και ρισκάρουν. Όλοι οι υπόλοιποι, όλα τα υπόλοιπα, ζωύφια που τρέφονται εις βάρος τους. Παράσιτα που απειλούν, βασανίζουν και σκοτώνουν. Και κάθε μέρα, κάθε στιγμή, αποδεικνύουν πώς χειρότερη φύση απ’ την ανθρώπινη δεν υπάρχει.

Γράφω για να παρηγορηθώ. Πώς να παρηγορηθώ; Πώς να σας παρηγορήσω; Λίγες, ασήμαντες οι λέξεις μπρος στη θεομηνία. Πότε θα τελειώσει όλο αυτό; Πότε θα τιμωρηθούν τα τέρατα; Πότε θα γίνει ένα θαύμα και το λόγο θα πάρει η ζωή; Πότε θα γυρίσει ο δείκτης αλλιώτικα και θα πάρει σειρά η ελπίδα;

Σε μια γωνία του μυαλού κραυγάζει η ανάγκη για χαρά και δημιουργία μα ποδοπατιέται άγρια μαζί με τις ψυχές αυτών που φύγανε. Ο Θεός ας τις αναπαύσει.

Δεν σας ξεχνάμε.

The Sea of Love?

«Κάτσε να φυλάς τη βάρκα», την πρόσταξε και έπειτα βούτηξε με τους μαθητευόμενους για να τους δείξει τον ύφαλο με τα κοράλλια. Εκείνη τα ‘χε δει πολλές φορές στο παρελθόν μαζί του. Ειδικά τότε, στην αρχή του φλερτ τους, την ξεμονάχιαζε με κάθε ευκαιρία σε υφαλοκρηπίδες, μυστικές παραλίες και θαλάσσιες σπηλιές. Απ’ όταν ανέλαβε βοηθός του στη σχολή καταδύσεων, κόπηκαν οι πολλές «εξορμήσεις». Είχαν περάσει και δυο χρόνια, είχαν κοπάσει κι οι ορμές, ξέμεινε να φυλάει μόνη της τη βάρκα με τον εξοπλισμό και τις περίσσιες μπουκάλες οξυγόνου, όσο εκείνος αλώνιζε τους βυθούς.

Σήμερα όμως ήταν αλλιώς. Είχε λαδιά κι ήταν απάνεμο το αγκυροβόλι. Κανένα ρεύμα δεν απειλούσε να ξεσύρει την άγκυρα και κανένα κύμα να αναποδογυρίσει την βάρκα. Το γκρουπ κατάδυσης θα έλειπε τουλάχιστον για δύο ώρες, μπορούσε να κάνει μια γρήγορη βουτιά ως τον απέναντι όρμο, δίχως να την πάρει εκείνος χαμπάρι. Continue reading

Summer Reading

Photo by Kak

Διαχρονικά και Αγαπημένα… για το Join Radio!
Σε πείσμα του καιρού, της ξαπλώστρας και των φετινών bestseller, κάνω στροφή 180 μοιρών και επιλέγω διαχρονικά βιβλία που θα δώσουν άλλη διάσταση στις κενές ώρες της αυγουστιάτικης ρέκλας.
Καταδικασμένοι εραστές στη Γαλλική Ινδοκίνα του Μεσοπολέμου, Σπετσιώτες Μάγοι και στοιχειωμένες βίλες, κρυφά πάθη με φόντο τα καλντερίμια της Άνδρου, παρτίδες σκακιού που οδηγούν στην τρέλα και μια επιστροφή που τίποτα δεν είναι όπως δείχνει, παρασέρνουν νησιά και ηλιοβασιλέματα, οδηγώντας μας ακριβώς εκεί: Μες στις σελίδες ενός βιβλίου χωμένου στην άμμο. Μέσα σε ιστορίες που θα χρωματίσουν το φετινό καλοκαίρι με το παλιό αγαπημένο παράδοξο…

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ

Συνέντευξη στην εκπομπή “Πάμε Αλλιώς”

Photo by Kak

Πριν ακριβώς 12 μήνες περίμενα εναγωνίως τις απαντήσεις απο τους εκδοτικούς οίκους. Έναν χρόνο μετά κατευθύνομαι στο στούντιο 4 του ραδιομεγαρου της Ερτ με μία μόνο σκέψη καρφωμένη στο μυαλό (κ τα πόδια μου): Υπάρχει ωραιότερο πράγμα από την επίτευξη ενός ονείρου έπειτα από σκληρή δουλειά; Πάντα να ακολουθείτε τα όνειρά σας -όποια κ αν είναι αυτά, όσο άπιαστα κ αν μοιάζουν! Πάντα να επιλέγετε ανθρώπους δίπλα σας που να τα ασπάζονται κ να σας εμψυχώνουν! Πάντα να προσπαθείτε να εμπνεέτε με τη σειρά σας τους αγαπημένους σας να ακολουθήσουν τα δικά τους! Γιατί τα όνειρα και η πραγμάτωσή τους είναι από τα λίγα πολύτιμα που μας κάνουν να νιώθουμε τόσο ζωντανοί! #speakingofmydream #ert #pame_allios#bell_books #η_νυχτα_του_σαουιν

Photo by Kak

 


Δείτε τη συνέντευξη: