Παραλήρημα του ‘40

Tou_Saranta

Έργο των αδελφών Χατζηβασίλη, Διαφάνι, Κάρπαθος Φωτο: Kak

Ποιος να μου το ‘λεγε πως γέρος άνθρωπος θα αντίκριζα το χωριό μου σε τέτοιο χάλι. Ποιο χωριό δηλαδή, τούτο δω μήτε χωριό μήτε για γη περνιέται. Τίποτα δεν έμεινε ορθό. Σπίτια, καφενεία, το δημαρχείο, το σκολειό, ντουβάρια όλα. Τρία μερόνυχτα χαλασμός κυρίου εγινόταν κι εγώ χωμένος στην υπόγα. Θαμμένος ζωντανός ν’ ακούω τη γη να σείεται πάνω απ’ την κεφάλα μου και τίποτις να μη μπορώ να κάμω. Ανάθεμά σας κερατάδες! Μου πήρατε τα παλικάρια μου, μου πήρατε και την κυρά μου, μοναδική παρηγοριά  η αυλή με τους βασιλικούς, είχατε δεν είχατε, την κάψατε κι αυτήν. Μαζί της κι ολάκερη τη γειτονιά.

Ξημέρωμα βγήκα από τον «τάφο» και αντί τις μυρωδιές της άνοιξης, χώθηκαν στα ρουθούνια μου καπνοί από καμένες λαμαρίνες. Δυο τρία σπίτια είχανε μείνει ορθά, όλα τα άλλα ‘χάσκανε σαν ξεδοντιασμένα στόματα με γκρεμισμένους τους μπροστινούς τους τοίχους.  Σωρός τα κεραμίδια από τις στέγες στο δρόμο, κεντημένοι οβίδες οι σοβάδες, σπασμένα τα παραθύρια. Κλωτσώ με το καλό μου πόδι κομμάτια από όλμους, σφουγγίζω με τη παλάμη τα μάτια να ιδώ καλύτερα. Στη μέση της πλατείας απανθρακωμένο το καμάρι μας. Ο πλάτανος που μέτραγε περισσότερα χρόνια στην πλάτη του κι απ’ τα δικά μου. Στέκω το βλέμμα κατά κει μην πάει παραπέρα. Δεν αντέχεται το παραπέρα. Τα κουφάρια ζώων, οι τσουρουφλισμένες σάρκες, τα διαλυμένα κορμιά, ένα πόδι, ένα χέρι, δικών μας, των διαόλων;

Ένα άρμα όλο κι όλο καταφέραμε να ανατινάξουμε. Ένα άρμα και δυο μηχανές με πρόχειρους εκρηκτικούς μηχανισμούς. Στον ύπνο μας πιάσανε. Γκρεμίσανε και το γιοφύρι,  ποντίκια μες στη φάκα… Ίσα που πρόλαβα να κρυφτώ. Να τη γλιτώσω. Μα τι να γλιτώσεις μετά από αυτό; Έμεινε και τίποτα; Έμεινε κανείς; Ένα σούρσιμο κι αναπήδησα. Πίσω από έναν μισογκρεμισμένο τοίχο ξεπρόβαλλαν γονατιστά δυο κοκαλιάρικα ποδαράκια. Και έπειτα δειλά το κουρεμένο κεφαλάκι του γιου του μπακάλη. Δημητρό;, ψέλλισα και εκείνος βγήκε ολόκληρος από την κρυψώνα του. Φορούσε τα κυριακάτικά του. Η μούρη μουτζουρωμένη μα το ποκάμισο ποκάμισο.

“Γιατί φοράς τα γιορτινά σου παιδί μου;”

Αντί απάντησης μου ‘δωκε ένα κουτσοδόντικο χαμόγελο κι άρχισε να με τραβά απ’ το μανίκι.

“Τι τρέχει; Που θες να πάμε;”

Μπροστά εκείνος, ξωπίσω του εγώ, κατεβαίναμε τον μπαρουτιασμένο δρόμο που ‘βγανε στα περίχωρα με τα οπωροφόρα. Σιγά σιγά οι καπνοί λιγόστεψαν, καθάρισε το μονοπάτι,  τα αποκαΐδια γινήκανε ανθισμένες μυγδαλιές, ανασάναμε σαν άνθρωποι.  Κι όταν αντίκρισα το καμπαναριό να ξεπροβάλλει στα δεξά μας, σταυροκοπήθηκα.OLYMPUS DIGITAL CAMERA

“Θεέ και Κύριε! Δε βομβαρδίσανε την εκκλησιά μας!” Μεμιάς ξέχασα τρόμο κι απελπισία, ξέχασα και το ζαβό μου πόδι και βάλθηκα να τρέχω κατόπι του Δημητρού.

“Έχουμε γάμο!”, εμίλησε ο πιτσιρίκος μέσα από το λαχάνιασμα και πέρασε σίφουνας στην εσωτερική αυλή.

Εγώ δεν μπόρεσα να πάω παραπέρα. Έμεινα παγωμένος στο κατώφλι της εκκλησιάς κι ούτε βήμα δεν κατάφερνα. Ήταν  όλοι  εκεί.  Οι συγχωριανοί μου. Κανείς δεν έλειπε. Γνώριμες φάτσες και χειρονομίες, θέλησα να κλάψω από χαρά. Νιοι και γέροι με φρεσκοπλυμένα ποκάμισα και οι κοπελούδες με πολύχρωμες μαντίλες στα μαλλιά. Καθαροί, χαμογελαστοί, κεφάτοι. Ούτε ίχνος φόβου, κακουχίας δεν έσκιαζε τα κεφάλια τους.  Στη γωνία η γνώριμη παρέα των πανηγυριών ετοίμαζε τα νταούλια της. Η κυρά Μάρω η μαμή στάθηκε μπροστά μου με μια καλαθούνα και μου ‘χωσε στην παλάμη μια φούχτα ρύζι. Μα τι τρέχει εδώ χάμου; Ζουρλαθήκατε μωρέ όλοι;, πήγα να ιπώ μα δεν βγήκε λαλιά. Κι όπως ο κόσμος  έκαμε πέρα την είδα να στέκει πάνω στα σκαλιά. Μες στο φως, ίδια η Παναγιά. Με το ολόλευκο νυφικό και το πέπλο από εργόχειρη νταντέλα. Κρατούσε ένα μάτσο λουλούδια και κοίταζε το ψηλό παλικάρι με το γαμπριάτικο κοστούμι στα δεξά της. Τα γνώριμα μάτια της, τα μπιρμπιλωτά όπως της άρεσε να τα λέω, χαμογελούσαν. Το κάτω χειλάκι, κερασένιο, τρεμόπαιζε από χαρά και προσμονή για το πρώτο φιλί. Αχού πόσες φορές το γεύτηκα από τότε ο άτιμος…  Έγειρα δίπλα της, την έπιασα απαλά από τους ώμους μη μου σπάσει. Μυρουδιές γιασεμιού τ’ αυτάκι της. “Να ζήσομε κυρά μου!”, της εφώναξα και ‘σκασαν οι μπαλοθιές.

Μια τελευταία οβίδα. Ένα ελαφρύ τίναγμα του ποδιού μες στο υγρό υπόγειο. Κι έπειτα τίποτα. Σιγή.

Κάτω από το γκρεμισμένο σπίτι έμεινε μετέωρο ένα χαμόγελο.


Με αφορμή τη σημερινή μέρα ας ακούσουμε τον “Αποχαιρετισμό του Ήρωα Αλεξάνδρου Διάκου” στη σκλαβωμένη Μάνα Χάλκη. Ο υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος ήταν ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, που έπεσε μαχόμενος στο Ελληνοαλβανικό μέτωπο την 1η Νοέμβρη του 1940 στην Πίνδο.

Ο Αποχαιρετισμός του Ήρωα Αλεξάνδρου Διάκου από τον Γιάννη Β. Χατζηβασίλη, ζωγράφο από την Όλυμπο Καρπάθου, είναι ένα αφιέρωμα μνήμης για να μας θυμίζει, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο δημιουργός του ” …ότι οι αξίες της Αντρειοσύνης, της Γενναιότητας, της Αυτοθυσίας για την υπεράσπιση της πατρίδος μας και των αγώνων για την Ελευθερία, είναι ριζωμένες βαθιά μέσα στον κάθε ένα από εμάς που έχει συνείδηση Ελληνική και ονομάζεται Έλληνας.”

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s