Ολυμπία η όμορφη

unnamed-001

photo by franceska

Την πρώτη φορά που την είδα φορούσε μαύρα με μοβ. Κι ένα τεράστιο δαχτυλίδι από αυτά με τα πολλά πολλά μικρά μπιρμπιλόνια, που ήταν τότε στη μόδα. Από απόσταση δεν την πρόσεξα καν. Ήταν μια κοινή, μεσήλικη γυναίκα μετρίου αναστήματος, με λίγα κιλά παραπάνω. Μέχρι που πλησίασα. Μέχρι που άνοιξε εκείνο το στόμα, κουνώντας ρυθμικά τα χέρια για να κατευθύνει τα λόγια της. Αφοπλίστηκα. Με τον αθώο και ανυποψίαστο τρόπο που αφοπλίζεται ένας άνθρωπος εμπρός στο πρωτόγνωρο.

Όχι, δεν κουβαλούσε στην πλάτη της καμιά ιστορία από αυτές που ακούς με τεντωμένα αυτιά κι ορθάνοιχτο στόμα. Απλά, καθημερινά πράγματα όμοια με κείνα που αναλωνόμαστε όλοι μας. Όπως απλή, καθημερινή ήταν κι ίδια, το σπίτι της, οι χώροι που κινείτο και οι άνθρωποι που συναναστρεφόταν. Όμως οι φράσεις της ήταν αλλιώς. Οι λέξεις της πλημμυρισμένες από χειροκροτήματα. Και οι προτάσεις της, οι κοινές, όπως «ο γιος μου βρήκε κοπέλα, ο άντρας μου, μου έκανε δώρο αυτό το παντελόνι, ή περάστε το βραδάκι από το σπίτι να σας μαγειρέψω»,  έφεραν τόση ενέργεια, τόσο ενθουσιασμό, που ήθελες δεν ήθελες σε παρέσερναν στο πολύχρωμο ντελίριό τους.

Όσο για τις «μαύρες» της, αυτές περιορίζονταν μονάχα στα μαύρα που φορούσε –για να την κόβουν λιγουλάκι-, όπως έλεγε, και ακόμα και τα αληθινά πένθιμα, τα χρωμάτιζε με μία τρυφερότητα που σε ‘κανε να θες να την αγγίξεις στον ώμο και να της χαμογελάσεις. Ποτέ άνθρωπος δεν μου έχει περιγράψει το θάνατο με τόση ειλικρίνεια, για να τον προσπεράσει σεβάσμια, δίνοντας και πάλι προτεραιότητα στη ζωή.

Πίναμε ελληνικό φροντισμένο με λογής λογής βουτήματα και μέσα στην πίκρα και τη ζάχαρη, μου μίλησε για το χαμό των γονιών της. Μία τόση δα προτασούλα, κράτησε όσο μια γουλιά καφέ και έπειτα, χείμαρρος οι περιγραφές της μάνας, του πατέρα και της ιστορίας τους. Μέχρι να μείνει το κατακάθι στο φλιτζάνι, είχα ξεχάσει την αναφορά στο θάνατό τους και μου ‘μεινε μονάχα η γλύκα μιας αγάπης που θα ξεστράτιζε και τον πιο κυνικό.

Λένε πως οι άνθρωποι που μιλούν πολύ, δεν ξέρουν να ακούνε. Κι εκεί τους έβγαζε τη γλώσσα. Γιατί όταν ερχόταν η στιγμή, ήξερε πολύ καλά να μαζεύει τη δική της, να σκύβει μπροστά και να αφουγκράζεται την κάθε σου λέξη πίσω από τις ήδη ειπωμένες. Τη ζήλευα φριχτά. Που άκουγε δίχως να υποκύπτει στον εγωκεντρικό εθισμό εκείνης της ταύτισης που σε κάνει να διακόπτεις τον άλλον με ανούσια «κι εγώ». Που απαντούσε όταν ήταν κατάλληλη η ώρα, με φράσεις απλές, κατανοητές, δίχως να σκοντάφτει στη λούμπα της συμβουλευτικής αλαζονείας, που λίγο πολύ πέφτουμε όλοι όταν ζητά κάποιος τη γνώμη μας. Που ένιωθε αυτά που έλεγες και το ‘ξερες πως όσο μιλούσες εκείνη ήταν ακριβώς εκεί. Απέναντι σου. Δεν ήταν λίγες οι στιγμές που θέλησα να την κοιτάξω κατάματα και να τη ρωτήσω: «Ποιο είναι το μυστικό σου;» Δεν το έκανα ποτέ. Ήμουν σίγουρη πως στο άκουσμα κ μόνο της ερώτησης, θα έσκαγε στα γέλια. Παιδικά και ανώδυνα γέλια, μιας και για εκείνη δεν υπήρχαν μυστικά. Μυστικό ήταν μονάχα η ίδια η ζωή. Αυτή που υποδεχόταν καθημερινά με μία πληθωρικότητα που δεν χρειαζόταν περαιτέρω εξηγήσεις.

Ως αναμενόμενο οι οπαδοί ήταν πολλοί. Εν αγνοία της είχε δημιουργήσει ένα φαν κλάμπ από ανθρώπους που εκείνη βάφτιζε «οι αγαπημένοι μου». Ο άντρας της την κανάκευε, ο γιος της τη λάτρευε, οι αρσενικοί την ποθούσαν και οι φίλοι της την αναζητούσαν. Κατά βάθος όλοι γύρευαν αυτό που γύρευα κι εγώ. Να δανειστούμε λίγη από την αγάπη της για ζωή μπας κι αγαπήσουμε περισσότερο τη δική μας.

Όταν μια μέρα πήρε το μάτι μου μια φωτογραφία της από την εποχή της νιότης της, τα ‘χασα. Κρυμμένη σε μια γωνιά του σαλονιού, μέσα σε μία μικρή κορνίζα, φανέρωνε απλά αυτό που δεν είχε ανάγκη να ζητωκραυγάσει. Η Ολυμπία ήταν και παραμένει μια αληθινά όμορφη γυναίκα. Ίσως όχι με τα μέτρα και σταθμά της σημερινής εποχής, όχι με τη λάμψη των περιοδικών και το ατσαλάκωτο κάλλος που βρίσκει κανείς μέσα στα ιατρεία πλαστικών και δερματολόγων. Όμορφη μέσα στις ατέλειες της, στο σημάδι στο σαγόνι, στη ζεστασιά των συνηθισμένων καστανών ματιών, στο ίδιο ακριβώς χαμόγελο που ‘σκαγε στα καλά και στα άσχημα, καλωσορίζοντας τα πρώτα και τρομάζοντας τα δεύτερα. Γίνεται;, θα μου πεις. Όλα γίνονται και με το πέρασμα των καιρών, τις απρόσμενες αναποδιές και ευτυχίες, κάπου στο βάθος πάντα βρίσκω τη φωνή της Ολυμπίας. Δυνατή και διαπεραστική, σα καμπανάκι που ηχεί μες στο ξημέρωμα φωνάζοντας: «Ξύπνα μωρέ και ζήσε!»

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s