Ο έρωτας, τα βιβλία & εκείνα που δε διάβασα

2

photo by franceska

 

Με κοιτούσε απορημένος. Κάπου στο βάθος διέκρινα ίχνη απαξίωσης. «Αλήθεια δεν έχεις διαβάσει ποτέ σου Ντοστογιέφσκι; Τους Αδελφούς Καραμαζώφ; Τον Ηλίθιο έστω;» Κούνησα το κεφάλι αρνητικά. «Εσύ που αγαπάς τόσο το διάβασμα… Πρέπει. Επιβάλλεται.» Για να γλιτώσω την κατακραυγή επισκέφτηκα το βιβλιοπωλείο το επόμενο κιόλας πρωί.

Τζίφος. Επί ένα μήνα λιβάνιζα τις νύχτες μου με το βιβλίο, μα δεν κατάφερα να φτάσω ούτε στα μισά. Έμεινε η ιστορία ημιτελής κι εγώ με αφισοκολλημένη τη ρετσινιά της ηλίθιας που δε μπόρεσε να διαβάσει τον Ηλίθιο.

Ο εφιάλτης επαναλήφθηκε λίγα χρόνια αργότερα με το μυθιστόρημα της Ζιράννας Ζατέλη «Και με το φως του λύκου επανέρχονται», κι όταν πια έκλεισα μεσοκαλόκαιρο τη «Μικρά Αγγλία» της Καρυστιάνη από το δεύτερο κεφάλαιο, τα ‘χα ολότελα χαμένα. Δεν μπορούσα; Δεν ήθελα; Δεν είχα τις κατάλληλες γνώσεις; Δεν είχα τον ψυχισμό; Ένα κάρο «δεν» απειλούσαν να με χαρακτηρίσουν «περιορισμένων δυνατοτήτων» κι όσο ο έρωτας για το βιβλίο στεκόταν μεγαλοπρεπής εμπρός μου, τόσο χαμήλωνα το κεφάλι ως ανάξιά του.

Δεν ήταν πως το λεξιλόγιο μου ήταν τελείως για πέταμα. Ούτε το ότι τα αναγνώσματα μου περιορίζονταν μονάχα σε ανάλαφρου περιεχομένου βίπερ. Είχα διαβάσει Φωκνέρ, Όσκαρ Ουάιλντ, Φιτζέραλντ και Κούντερα, εκεί γύρω στα 13, δίχως να καταλάβω πολλά. Είχα ανοίξει τον Καζαντζάκη, τον Καρκαβίτσα και αποκοιμιόμουν με τον Ελύτη δίπλα απ’ το μαξιλάρι μου. Τότε, δεν είχα ιδέα τι και ποιον διαβάζω. Δεν έκανα διαχωρισμούς γιατί δεν είχα κατευθύνσεις. Στο σχολείο, πέρα από τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη και την Ιθάκη του Καβάφη, το μόνο που τάραζε τις ονειροπολήσεις μου ήταν ο στοιχειωμένος καλπασμός του Κωσταντή που μύριζε λιβάνι, σέρνοντας την Αρετή πίσω στη μάνα με τους χαμένους γιους. Από κει και έπειτα, μαύρο σκοτάδι. Όσα διάβαζα ήταν πάντα από τύχη, ούτε καν επιλογή.

Στην πραγματικότητα, ήταν τα βιβλία εκείνα που με φώναζαν. Εγώ απλώς αποδεχόμουν το κάλεσμά τους. Περιφερόμουν μπροστά από τις βιβλιοθήκες γονιών, συγγενών, φίλων και περίμενα. Και αφουγκραζόμουν. Τις φωνές τους. Ειδικά εκείνες από τα πάνω πάνω ράφια, οι φωνές που προέρχονταν από τα πιο παλιά και σκονισμένα, ήταν αυτές που με λύγιζαν. Αργόσυρτες και σιγανές, θύμιζαν περισσότερο παράπονο ξεχασμένων, παρατημένων ανθρώπων για τους οποίους κανείς δεν έδινε δεκάρα αν ζουν ή έχουν πεθάνει.

Μεγαλώνοντας άκουγα γύρω μου να λένε πως για να έχεις λογοτεχνική παιδεία πρέπει να διαβάσεις τους κλασσικούς. Δεν αγόρασα ούτε ένα βιβλίο για να την αποκτήσω. Όχι από αγνωμοσύνη, ούτε από αδιαφορία. Ήταν εκείνο το καταραμένο παιδικό πείσμα που επέμενε πως αν διάλεγα ένα βιβλίο από το όνομα ή τη φήμη, κι όχι από την ανεξήγητη δύναμη που καθοδηγούσε τα χέρια να τ’ ανοίξουν, θα πρόδιδα τον εαυτό μου. Σαν ο έρωτας για το βιβλίο να είχε τη ρομαντική εμμονή του άλλου του έρωτα, του σαρκικού που σε κάνει να αδιαφορείς απέναντι στη δόξα, τη φήμη και τις καλύτερες συστάσεις αυτού που στέκεται μπροστά σου, αλλά να κεραυνοβολείσαι, να αφήνεσαι και εντέλει να επιλέγεις εκείνον που με έναν μαγικό τρόπο ξυπνάει τις αισθήσεις κι αγγίζει τη ψυχή σου.

Μέχρι που έναν Οκτώβρη, σε μία ανύποπτη στιγμή ξανάνοιξα την Καρυστιάνη. Λίγο από βαρεμάρα, λίγο από τη μελαγχολία του φθινοπώρου, βρέθηκα να ξεφυλλίζω αφηρημένα τις πρώτες σελίδες. Πριν καλά καλά το καταλάβω είχα φτάσει στο τέταρτο κεφάλαιο. Οι σύνθετες προτάσεις που πνίγονταν κάτω από τα κύματα του περασμένου καλοκαιριού, φεύγαν πλέον μονορούφι και οι άγνωστες λέξεις, αντί να αποτρέπουν την ανάγνωση, την εξύψωναν με έναν τρόπο μυστηριακό. Βρίσκοντας τις ερμηνείες στα συμφραζόμενα, βρήκα και τον ρυθμό της. Κι όταν πια αφέθηκα στην ιστορία, η γλώσσα της γίνηκε δική μου.

Υποψιασμένη, έπιασα λίγες μέρες αργότερα την «Περσινή αρραβωνιαστικιά» της Ζατέλη. Την τελείωσα το ίδιο βράδυ. Μέσα μου γυρόφερνε μια φράση που είχα δει γραμμένη σε τοίχο του κέντρου: «Όλα θέμα timing.»

Που να βρει όμως η αφηνιασμένη Όρσα τη στιγμή της, μέσα στην ανεμελιά του δικού μου καλοκαιριού; Φτερό και φύλλο θα γινόταν ο πόνος της μονοπατωσιάς και του σουμιέ μπροστά στα τυφλωμένα μάτια από τον ήλιο και τα μεσημεριάτικα μεθύσια. Που να βρει στιγμή και ο Ηλίθιος μέσα σε ένα χειμώνα μπουκωμένο υπερωρίες; Η αριστουργηματική πένα του Ρώσου σκόνταφτε πάνω στην αδυναμία συγκέντρωσής μου. Κι όσο για τις λίγες ξεκούραστες στιγμές, όταν το μυαλό ορθάνοιχτο μπορούσε ευκολότερα να συλλάβει τα όσα διάβαζε, έμπαινε στη μέση η σκληρότητα απέναντι στον πρίγκιπα Μίσκιν, πλήγμα βαρύ κι ασήκωτο για την ήδη υπάρχουσα καταχνιά της εποχής που διήνυα. Ορθώνονταν τότε όλες οι άμυνες μου και άντε να γυρίσεις σελίδα.

Φυγοπονία στη δεύτερη περίπτωση, ξεμυάλισμα στην πρώτη. Ή μήπως ήταν όλα φτηνές δικαιολογίες για να περισώσω τα αδικαιολόγητα;

Στο τέλος κουράστηκα από τις εικασίες και τις αναλύσεις. Συμφιλιωμένη με τις ήττες και τις νίκες μου, μου έμεινε μονάχα η γλυκιά υποψία ότι ίσως τα βιβλία, όπως κι ο πραγματικος έρωτας, δε ξέρουν από διαχωρισμούς. Δε δίνουν δεκάρα για το ποιος είσαι, τι ξέρεις και από που προέρχεσαι. Όχι, τα βιβλία και ο έρωτας ξεκινούν από την ίδια ανεξήγητη έλξη που σας φέρνει κοντά και το μόνο που γυρεύουν είναι τη στιγμή σου. Τη στιγμή που θα τα ανοίξεις, θα τα πιστέψεις και θα προσπαθήσεις να τα καταλάβεις. Τη στιγμή που θα τα αγαπήσεις. Με όσα φτωχά ή πλούσια κατέχεις, δεν έχει σημασια.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s