Η Νύφη

Τη φώναζαν «μαμά», «γυναίκα», «γιαγιά». Ήταν 60; Μπορεί και 70. Οι ρυτίδες γύρω απ’ τα μάτια, γύρω απ’ τα χείλια παραήταν αχνές για να καθορίσουν το χρόνο. Τα μαλλιά της κομμένα κοντά. Αγορίστικα και γκρίζα. Τα ρούχα της απλά, μια βαμβακερή μπλούζα και ένα αντρικό παντελόνι. Μια γυναίκα δίχως ηλικία.

photo by franceska

photo by franceska

Στεκόταν όρθια, πάνω στο κεφαλόσκαλο της εξωτερικής σκάλας, με τη πλάτη γυρισμένη στο κήπο και ένα φλιτζανάκι καφέ στα χέρια.

«Εδώ μεγαλώσατε;» τη ρώτησα ψάχνοντας να βρω τα έτη που ‘λειπαν από πάνω της.

«Εδώ μεγάλωσα, δεν είμαι όμως από δω», απάντησε γυροφέρνοντας το κουτάλι με τη ζάχαρη μες στο φλιτζάνι.

Τα χέρια μου δεμένα αμήχανα. Έκανα ένα βήμα μπροστά, να βγω κι εγώ στον ήλιο.

«Από τα μέρη σας είμαι. Μέχρι τα 18.» συμπλήρωσε. «Μετά ήρθα εδώ. Για να παντρευτώ και να μεγαλώσω.»

«Όπως οι «Νύφες» ;» μου ξέφυγε και ευθύς μετάνιωσα για την αδιακρισία του παραλληλισμού μου.

«Όπως ερχόντουσαν τόσες και τόσες στα χρόνια μου.» χαμογέλασε.

Άστραψαν τα μάτια μου. Ήθελα τόσα να ρωτήσω μα δε τόλμαγα.

Πρέπει να το είδε. Αυτό το λίγωμα στο βλέμμα. Ήπιε μια γουλιά και συνέχισε.

«Ήμασταν πολλές τότε. Άλλες άτυχες, άλλες τυχερές.»

«Άτυχες;»

«Έχω μια φίλη και γειτόνισσα. Ελληνίδα κι αυτή, ήρθε εδώ κοπελίτσα 16 χρονώ. Ταξίδευσε με πλοίο, αγκαλιά με μία φωτογραφία.»

«Δεν ήξερε να υποθέσω αυτόν για τον οποίον ερχόταν.»

«Που να τον ξέρει από την άλλη άκρη της γης; Το μόνο που ‘ξερε ήταν πως έγραφε όμορφα, από τα γράμματα που της διάβαζε ο παπάς του χωριού. Έγραφε όμορφα, ήταν και όμορφος, πόνταρε η δόλια στην καλή της τύχη. Δεν είχε προσέξει πως η εικόνα του νέου άντρα ήταν πορτρέτο. Από το στήθος και πάνω. Έκανε όλο το ταξίδι για να παντρευτεί έναν άγνωστο από το στήθος και πάνω.»

«Δίχως πόδια;» ρώτησα ξεροκαταπίνοντας.

«Νάνος. Ήρθε να την πάρει από το λιμάνι και μόλις τον είδε της κοπήκαν τα δικά της.»

«Τον παντρεύτηκε;»

«Το ‘σκασε. Ξαμολήθηκαν ξοπίσω της γαμπρός και αστυνομία, αλλά τους ξέφυγε. Ήταν ο πανικός της; Η απόγνωση εμπρός στη κοροϊδία που ‘χε στηθεί εις βάρος της; Ότι κι αν ήταν, έτρεχε πάντως γρηγορότερα από δαύτους.»

«Και; Τι απέγινε;»

«Ήταν από τις άτυχες-τυχερές. Αφού περιπλανήθηκε ολονυχτίς, κατέληξε σε ένα σταθμό τρένου. Μόνη δίχως καν βαλίτσα. Την είχε φουντάρει πρωτύτερα απ’ το λιμάνι, πάνω στη προσπάθεια να ξεφύγει από τα λαγωνικά. Μη στα πολυλογώ, εκεί κοιμήθηκε το βράδυ, κουλουριασμένη σε ένα παγκάκι. Ξημερώματα τη βρήκε ο γέρο-σταθμάρχης. Μήνυσε στη γυναίκα του και την περιμάζεψαν. Παιδιά δεν είχαν, ορθάνοιχτο το σπίτι τους για τ’ ορφανό. Τη φρόντισαν, μέχρι που τη σπούδασαν, ο Θεός να τους έχει καλά, κι όταν ήρθε ο καιρός της γνώρισαν ένα παλικάρι και έκανε τη δική της οικογένεια.»

Η εξιστόρηση θύμιζε ταινία με καλό τέλος. Αν δεν έβλεπα κείνη την ειλικρίνεια μέσα στα μάτια της, θα νόμιζα πως απλά μου έδινε την κάθαρση που ‘χα ανάγκη.

«Κι εσείς; Ήσασταν από τις τυχερές;» βιάστηκα να δώσω συνέχεια στη κουβέντα, έχοντας παρακάμψει προ πολλού τα όρια της διακριτικότητας.

«Εγώ ήξερα ποιον έπαιρνα. Ήξερα… τέλοσπαντων. Φίλος του ξάδελφου μου από τη δουλειά, ο άντρας μου. Με είδε σε μια οικογενειακή φωτογραφία, έψαχνε και για Ελληνίδα νύφη, ε, δεν ήθελε και πολύ. Μου μήνυσαν και ήρθα.»

«Τόσο απλά;»

«Τόσο. Δεν είχαμε βλέπεις τότε επιλογές. Έλειπε το ψωμί απ’ το νησί, έλειπαν κι οι προίκες. Μπροστά στη σκέψη να μην ξαναπεινάσεις, να μη μείνεις στο ράφι… Ήταν κι ο ξάδελφος εδώ, είχα και τις συστάσεις του. Καλός, σου λέει, ο γαμπρός, μέχρι και τα αεροπορικά σου πληρώνει. Κι έτσι ήρθα με το αεροπλάνο. Όχι με καράβι όπως οι άλλες που σφυροκοπούνταν ανελέητα επί ένα μήνα, αδειάζοντας τα εσώψυχά τους στη θάλασσα.»

Αισθάνθηκα τους πόρους μου να ορθώνονται κι έτριψα βιαστικά τα μπράτσα μη μαρτυρήσουν τη ρίγη.

«Το τι έγινε βέβαια μόλις έφτασα, είναι άλλη ιστορία. Επί 12 ώρες περίμενα όρθια στο αεροδρόμιο παρέα με την ασφάλεια. Κομματιασμένη από το ταξίδι και την υποψία της απόρριψης. Δεν μίλαγα τη γλώσσα, δεν είχα και τηλέφωνο. Μια διεύθυνση μονάχα γραμμένη σε ένα φάκελο. Άντε να τους πείσεις. Γιατί μη κοιτάς τι γίνεται τώρα, τότε δε σε άφηναν να μπεις έτσι στη χώρα. Έπρεπε να έρθει κάποιος να σε παραλάβει. Όσο περνούσε η ώρα και γαμπρός με ξάδελφο άφαντοι, τόσο πίστευαν πως τους κορόιδευα. Κι εγώ πως είχαν κοροϊδέψει εμένα. Στεκόμουν εκεί, με τη βαλίτσα ανάμεσα στα πόδια κι έβγαζα μέσα μου άναρθρες κραυγές. Κάποια στιγμή πέρασε από δίπλα μας ένα ζευγάρι με ένα πιτσιρίκι. Η γυναίκα κρατούσε ένα μπουκέτο λουλούδια. Είχαν σταματήσει ακριβώς δίπλα μου και κάτι ρωτούσαν τους αστυνομικούς στα αγγλικά. Δε ξέρω τι ακριβώς είδε ο μικρός. Τα παιδιά βλέπουν άλλα απ’ τους μεγάλους. Δίχως λόγο τράβηξε ένα λουλούδι απ’ το μπουκέτο της μάνας του και μου το ‘δωσε. Λύθηκα σε κλάματα.»

«Ήρθαν τελικά;» κρεμάστηκα απ’ τα χείλη της.

«Ήρθαν. Είχαν κάνει λάθος στην ώρα άφιξής μου. Νόμιζαν πως έφτανα 7 το απόγευμα και εγώ είχα έρθει 7 το πρωί. Με φόρτωσαν συγνώμες οι φύλακες, φορτώθηκαν κι εκείνοι τις τύψεις και τα μπαγκάζια μου και ξεκινήσαμε.»

«Πώς ήταν; Οι πρώτες εντυπώσεις από δω, θέλω να πω.»

«Τι να σου πω βρε κορίτσι μου, τα ‘χα χαμένα. Γύρω μου έβλεπα μόνο άγριες θάλασσες και μαύρα σπίτια. Έπειτα μπήκαμε σιγά σιγά σε σειρά. Όμως τα μαύρα σπίτια ποτέ δεν τα ξεπέρασα. Κι όταν ήρθε η στιγμή να χτίσουμε το δικό μας, μονάχα αυτό ζήτησα από τον άντρα μου. Ένα σπίτι λευκό. Να μου θυμίζει το νησί μου.»

«Σας λείπει η Ελλάδα;»

Άφησε το φλιτζάνι κι έγειρε απαλά πίσω στο κάγκελο, κλείνοντας για μια στιγμή τα μάτια. Έπειτα σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος και με κοίταξε σοβαρά.

«Εκεί γύρω στα 45 άρχισα να μην αισθάνομαι καλά. Δυσκολευόμουν να κοιμηθώ, δυσκολευόμουν να ξυπνήσω και ένιωθα μονίμως κακόκεφη και κουρασμένη. Είδα κι απόειδα, στο τέλος πήγα σε ψυχολόγο. Όχι πως τα πίστευα ποτέ μου αυτά. Γυναίκα της γενιάς μου με κατάθλιψη… αστεία πράγματα. Το πρώτο που μου ζήτησε η γιατρός ήταν μια φωτογραφία από τα νιάτα μου εδώ. Της πήγα μία που ΄χα κορνιζαρισμένη στο σαλόνι. 25 χρονών, σε εκδρομή στην εξοχή, αγκαλιά με τα παιδιά μου. Την περιεργάστηκε και έπειτα με ρώτησε αν αγαπούσα τον άντρα μου. Της είπα «ναι». Αλήθεια ήταν. Είναι καλός ο άντρας μου, καλή πάστα ανθρώπου. Λιγομίλητος και δουλευταράς. Τίποτα δε μας έλειψε. «Τότε γιατί», με ρώτησε. «Εδώ στη φωτογραφία, είσαι νέα, έχεις τον άντρα, τα παιδιά σου και μια καλή ζωή. Γιατί λοιπόν αυτή η θλίψη στο βλέμμα σου;» Κατάλαβες, έπρεπε να πάω σε ξένο άνθρωπο για να το δω. Τη θλίψη στο βλέμμα, καθημερινά παρούσα στο σαλόνι, όπως και σε κάθε άλλη φωτογραφία. Ξέρεις τι ήταν αυτή η θλίψη κόρη μου;»

Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Δε μπορούσα να προφέρω ούτε σύμφωνο.

«Ο ξεριζωμός ήταν. Παρέα με τη θύμηση. Αν μου λείπει η Ελλάδα… Σάμπως έφυγα και ποτέ; Μεγάλωσα παιδιά, μεγαλώνω εγγόνια, μα ακόμα με τις ώρες τις δικές σας ζω. Ξυπνούσα άγρια χαράματα, τα παιδιά μωρά ακόμα και εγώ σκεφτόμουν «τώρα θα μαζεύονται στης μάνας για φαγητό». Πέφταν όλοι για ύπνο και εμένα το μυαλό στον ήλιο που θα ανατέλλει πάνω απ’ το Αιγαίο. Ακόμη και τώρα, 40 χρόνια μετά, υπάρχουν στιγμές που κάνω τις δουλειές εκεί νοητά μες στο κεφάλι μου. Κλαδεύω το αμπέλι, ποτίζω το μποστάνι και σαν μπαίνει Αύγουστος σηκώνω τα μανίκια για το τρύγο…»

Πήγα να την παρηγορήσω. Να της πω πως πίσω στη πατρίδα τα πράγματα είναι δύσκολα. Πραγματικά δύσκολα. Πήγα να της πω πως δεν είναι και τόσο άσχημα εδώ, πως σε τούτη η χώρα έχει ασφάλεια, ποιότητα ζωής και λίγες έγνοιες. Πήγα, μα σκόνταψε η γλώσσα μου πάνω στα μαύρα σπίτια και δεν της είπα λέξη.

«Κι εσύ; Θα μας μείνεις τελικά;» με ρώτησε.

«Δε μπορώ. Δεν… »

«Ξέρω.» έγνεψε τρυφερά, απαλλάσσοντας με από περιττές, επώδυνες εξηγήσεις.

«Εσείς; Θα ξαναγυρίσετε;»

«Μόνιμα όχι. Έχω την οικογένειά μου πια εδώ. Και την εγγόνα μου», είπε γυρίζοντας το βλέμμα προς τη μικρή που χοροπήδαγε πάνω σε ένα τραμπολίνο στην άκρη του κήπου. Τα μάτια της φωτίστηκαν. «Όμως θα έρχομαι συχνά πια. Είναι πιο εύκολα τώρα. Φτιάξαμε και το σπίτι στο νησί. Και ξεκινάμε με τον άντρα μου από φέτος. Μια φορά το χρόνο στην Ελλάδα. Από το Πάσχα μέχρι το Φθινόπωρο! Να αναπληρώσω τα χαμένα», μου γέλασε.


Έχω δυο χρόνια να τη δω. Ήταν εξάλλου μία σύντομη συνάντηση, δίχως περαιτέρω κουβέντες, τηλέφωνα επικοινωνίας και υποσχέσεις να ξαναβρεθούμε. Από τρίτους έμαθα ότι πέρασε εκείνο το εξάμηνο στο νησί της. Από τρίτους έμαθα ότι αρρώστησε. «Εδώ και λίγους μήνες είναι υπό θεραπεία.», μου έγραψαν. «Καταβεβλημένη μεν, όμως τα δύσκολα περάσανε.» Δύο αράδες παρηγοριά. Δική τους και δική μου.

Δεν ήξερα τι να τους πω. Μοναδική μου ευχή τούτο το κείμενο. Για τη γυναίκα από τη Σάμο. Το πιο μελαγχολικό νησί πάνω στο χάρτη. Μέχρι να γίνει εκείνη καλά. Και να ΄ρθει πάλι πίσω.

Advertisements

3 thoughts on “Η Νύφη

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s