Το φλιπεράκι

-Πως υπογράφεις; 

-Ξέρω γω.

-Πρέπει να βάλω κάτι, μια υπογραφή με δυο σειρές από κάτω.

-Εννοείς κάτι σαν “μια μικρή ιστορία από τον συγγραφέα ιστορικών διατριβών, μικρών ιστοριών και οικονομοτεχνικων μελετών;” χμ… φτιάξτο όπως νομίζεις. Τον αγαπημένο μου ήρωα μόνο κράτα.

-Έγινε.

“Σημερα στο readink γραφει ο Μιχαλης Καραμανος”


fliperakiΤο φλιπεράκι

-Τι στέκεσαι πίσω από τον ορό; Έλα θέλω να μιλήσουμε λιγάκι.

-Οκ, μπαμπά.

-Το μαγαζί και η αποθήκη μας… το κομμωτήριο της μάνας σου… η οικοδομή που φτιάξαμε στην Αγορακρίτου… η καφετέρια που με κατάφερες να σου ανοίξω … και το γραφείο. Όλα σε απόσταση 200 μέτρων το πολύ μεταξύ τους. Νόμιζα ότι μου ανήκαν. Τελικά τους άνηκα εγώ… Σαν φλιπεράκι με έμενα στο ρόλο της μπάλας. Εκσφενδονιζόμουν από το ένα μέρος στο άλλο και έσκαγα πάνω σε τοίχους. Κάθε φορά και πιο κουρασμένος και πιο φθαρμένος. Αρχικά το άντεχα. Τα  φλίπερ βλέπεις έχουν λαμπερά φωτάκια και τον ηλεκτρονικό ήχο για αντιπερισπασμό: Εσένα και τον αδελφό σου που μεγαλώνατε, τον κόσμο που άρχισε να με υπολογίζει, το θαυμασμό της  μάνας σου. Ύστερα άρχισα να αντιλαμβάνομαι την κατάσταση μου. Κάθε μέρα το παιχνίδι με κούραζε περισσότερο. Χρειαζόμουν μια διέξοδο. Την προσωποποίησα σε μια τυχαία γυναίκα και προχώρησα. Δυστυχώς το φλιπεράκι έχει μια μόνο έξοδο για την μπάλα. Όταν την περάσεις ο πίνακας γράφει “Game Over” και το παιχνίδι τελειώνει. Έτσι νομίζω σας έχασα.

– Ωραία παρομοίωση!

-Είσαι πολύ ήρεμος σήμερα αγόρι μου. Δεν το συνηθίζεις.

-Είναι επειδή η συζήτηση μας γίνεται στο μυαλό σου. Δεν μιλάμε εδώ και χρόνια. Το ξέχασες; Από το γάμο του αδελφού μου. Τότε που είχε προσπαθήσει αδέξια να μας φέρει ξανά κοντά.

-Nαι σωστά! Δεν έχουν φως στην Εντατική και μπερδεύομαι. Έπρεπε να το είχα καταλάβει όταν με είπες ‘’μπαμπά’’. Έχεις χρόνια να με πεις έτσι. Από τα καλοκαιριά που περνούσαμε στο Κλιμακι με τη μάνα σου. Ήμουν ο ήρωας σου τότε. Προσπαθούσε η μάνα σου να μας βγάλει μια φωτογραφία που να μην έχεις πάρει την ιδία πόζα με μένα και δεν μπορούσε. Μου έκανε νόημα  και άλλαζα στάση. Εσύ με κοίταζες με την άκρη του ματιού σου, γελούσες πονηρά και αντέγραφες ξανά την πόζα.

-Τι τα θες και τα θυμάσαι τώρα;  Έλα κοιμήσου. Θα σε ακούσουν να παραμιλάς και θα σε θεωρήσουν τρελόγερο.  Είσαι περήφανος  ανόητος και θα σε πειράξει. Κοίτα να βγεις από δω και τα ξαναλέμε…

-Έχεις δίκιο. Καληνύχτα.

-Μέρα πρέπει να ‘ναι. Έχει βάρδια η χοντρή με τις ιδρωμένες μασχάλες που αντιπαθείς.

-Καλημέρα τότε. Ευχαριστώ για την παρέα.


Ένας μικρός επίλογος (ή πρόλογος για τον συγγραφέα)

Την πρώτη φορά που τον συνάντησα μιλούσε για την Αρτεμισία. Ανάμεσα στα πασαλείμματα των πάλαι ποτέ σχολικών χρόνων και τις ανακρίβειες του Χόλιγουντ, μέσα σε μισή ωρίτσα, πάνω από ούζο και μεζέ, ξεστραβωθήκαμε όλη η παρέα. Την επόμενη φορά, τον πήρε τηλέφωνο ο αδελφός του. Κάποιο παιχνίδι γνώσεων πρέπει να παίζαμε κι είχαμε κολλήσει πάλι στους αρχαίους. Στο ενδιάμεσο διαβάζαμε τις καυστικές χαριτωμενιές που ανέβαζε στο facebook. “Πρέπει να μου γράψεις κάτι για το blog”, του είπα μόλις βρήκα ευκαιρία. Και έτσι μου έγραψε το φλιπεράκι. Ένα πρωί, μέσα στ’ αμάξι, την ώρα που το Χαλάνδρι-Γαλάτσι ξεπέρναγε το 40λεπτο. “Κάτι πρόχειρο, τίποτα σπουδαίο”, μου διευκρίνισε. Περίμενα κι εγώ τους αρχαίους. Στο πόδι διάβασα το κείμενο. Την πρώτη φορά. Από την αγωνία. Τις επόμενες θέλησα να το ‘χα γράψει εγώ.

Για αυτό το κενό που μπαίνει ανάμεσά μας όσο μεγαλώνουμε. Και για εκείνους που “έπαιξαν” με φλιπεράκια…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s