Φίλος ξεκινά να γράφει

Home cavant la terra (Jean-François Millet)

“Home cavant” Jean-François Millet Gruchy, La Hague, Normandia, 1814 – Barbizon, França, 1875

Πίστομα σημαίνει μπρούμυτα. Με το πρόσωπο στη γη. Πίστομα είναι και ο τίτλος του διηγήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. 

Δεν ήξερα ούτε το ένα ούτε τ’ άλλο. Μέχρι το μεσημέρι που ένας φίλος -λάτρης των βιβλίων και προσφάτως πειραματιστής της πένας – μου μίλησε για το αφαιρετικό διήγημα από τις “Κορφιάτικες Ιστορίες” του Κερκυραίου πεζογράφου.
-Μας ζήτησαν “το Πίστομα” απ’ την αρχή.  Απ’ την πλευρά της μάνας.
Μια ιστορία δημοσιευμένη το 1899 γινόταν το πείραμα σε ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής του 2015.
-Δύσκολο άντρας να γράφει για γυναίκα, βιάστηκα να μιλήσω. Πόσο μάλλον σε ένα διήγημα που μετρά 116 χρόνια πίσω.

Μόλις έλαβα το παρακάτω κείμενο, το μόνο “πίσω” ήταν τα λόγια μου που πήρα.


“Είναι πεθαμένος Μαριώ μου! Τον σκότωσαν κοντά στην πηγή του Κατσίβελη. Μου το εμπιστεύτηκε ο ξάδερφος μου, ο Λοράντος. Το ξέρεις δα, ότι η συμμορία του Μπαφλάρα κρύβεται στη στάνη του.”
Χείμαρρος τα λόγια του Μανόλη και ιδρωμένο το στέρνο του. Ο ήλιος, ξαπλωμένος πάνω σε λιόδεντρα κι αμπέλια, χάιδευε τα κεφάλια τους.
“Να! Στο σταυρό που σου κάνω!”
Δεν θέλησε και πολύ να τον πιστέψει. Εικοσιπέντε χρονών μ’ αθώο βλέμμα, γεμάτα χείλια και φουσκωμένο στήθος, δίψαγε γι’ αυτά που δε χόρτασε. Κοντά ένα χρόνο κρυβόταν στο βουνό ο κακούργος, που της έδωσαν για άντρα. Με ξεθωριασμένη τη θύμηση, αφέθηκε στο πανηγύρι του κορμιού.
Τώρα το μπόι του παιδιού ήταν ίσα με το γόνατό της κι ο ληστής νεκραναστημένος.  Λάθος τους τα ‘χε μηνύσει ο Λοράντος. Δεν πέθανε σου λέει, μόνο ένα μπόλι είχε φάει, μα τι να του κάμει του “θεριού”. Δυο φορές ζωντανός, με το που δόθηκε αμνηστία, κίνησε πάλι πίσω στο χωριό. Πίσω στο σπίτι της που ‘χε πάρει για προίκα.
Γλίστρησε από τη χαραμάδα μέσα, την ώρα που βγαίνουν για κυνήγι τα αρπαχτικά του δάσους. Όμοια με το ποντίκι στη θέα της οχιάς, κοκάλωσε και έτρεμε η καημένη σαν τον είδε. Το αίμα χάθηκε απ’ το πρόσωπό της. Πήρε το παιδί στην αγκαλιά και το έσφιγγε, το έσφιγγε, μέχρι που άσπρισαν τα δάχτυλά της. Ο κακούργος δεν έριξε ματιά πάνω του. Γύρευε να μάθει το όνομα του Μανόλη. Μόλις του το ομολόγησε, γίνηκε καπνός.

Το σκοτάδι πάνω στο χωριό, όμοιο θανατικό. Στο πατημένο χώμα της καλύβας ένα μαμούνι, πεσμένο με τη ράχη, αγωνιούσε. Κούναγε τα πόδια στον αέρα, πάλευε, μα δεν κατάφερνε να γυρίσει. Έσκυψε και του έδωσε, μαλακά, μια με το δάχτυλο. Σαν ισορρόπησε, άρχισε να πετά πάνω κάτω μες στο δωμάτιο. Το έβλεπε να χτυπάει πότε στις πλίνθες, πότε στην καλαμωτή, μέχρι που άνοιξε πάλι η πόρτα και πέταξε λεύθερο έξω. Ο λήσταρχος ξαναμπήκε. Δεν κοίταξε μήτε αυτή, μήτε το ξαπλωμένο παιδί, μόνο έγειρε στα στρωσίδια και έπεσε σε ύπνο βαθύ.
Πλάτη με πλάτη κοιμόνταν ο μαυριδερός άντρας και το ξανθό παιδάκι. Ανατρίχιασε. Έκανε χώρο και ξάπλωσε ανάμεσά τους. Έβγαλε τη ζακέτα της και το σκέπασε. Του ψιθύρισε δυο λόγια καθησυχαστικά. Έπιασε το μέτωπό του, του χάιδεψε τα μαλλιά, το αγκάλιασε. Σε ένα απ’ τα ξύλινα πόδια του τραπεζιού το σαράκι πλήγωνε τη σιωπή, σαν κακός μουσαφίρης.
Πήρε να φυσάει δυνατά. Αγριεύτηκαν τα σκυλιά του χωριού απ’ το θρόισμα των φύλλων, άρχισαν να αλυχτάνε. Σηκώθηκε, κοίταξε έξω. Τα κλαδιά της μουριάς στην αυλή, κουνιόνταν απειλητικά όπως τα μαύρα χέρια του. Το φεγγάρι ξεπρόβαλε, φάνηκε το πρόσωπο του κακούργου. Χείλια σφιγμένα, στόμα λεπτότατη γραμμή. Όμοιο με της χελώνας του νεκροταφείου, που είδε φαμίλιες ολόκληρες να μπαίνουν στο χώμα και ακόμα σερνόταν στη γη. Ένα κλαψοπούλι ακούστηκε τόσο κοντά, που την ξάφνιασε. Πάνε δυο χρόνια που ‘χε χαλάσει τη φωλιά στο δέντρο, μην και το μοιρολόι του τραβήξει στο νεογέννητο το Χάρο. Τέσσερις μέρες μετά τη γέννα είχε πάει το μωρό στο ποτάμι. Κουβαλούσε μια κανάτα νερό, ψωμί, αλάτι και ένα κρεμμύδι. Το ψωμί στο νερό, το αλάτι στο κρεμμύδι. Σαν τα ‘φαγε ήπιε νερό απ’ το κανάτι. Έδωσε και στο βρέφος. Την όγδοη μέρα έφτιαξε γλυκά για τις μοίρες. Και για σαράντα μέρες, δε βγήκαν μετά το σούρουπο, μην τους δει το φεγγάρι και τα κακά πνεύματα. Όλα, καλά καμωμένα, όπως την είχε ορμηνέψει η μαμή.
Όρθια πλάι στο παράθυρο, τρύπαγε το σκοτάδι με το βλέμμα. Το χλωμό φως του φεγγαριού, ξεγλιστρώντας, για λίγο, απ’ το κυνηγητό με τα σύννεφα, έλουσε το παιδί. Είχε πάρει τα ξανθά μαλλιά του πατέρα του και το στόμα το δικό της. Το κοίταξε βουρκωμένη και στράφηκε στον πάγκο με τα τεντζερέδια. Ψαχούλεψε για λίγο σιγανά κι έπειτα κοντοστάθηκε πάνω απ’ τα δυο κορμιά. Πήρε μουγκή ανάσα και ξανάπεσε ανάμεσα τους. Στην πλάτη της ο άντρας, στο στήθος της το παιδί.
Την ξύπνησε τ’ άγριο σκούντημα του. “Μπρος, για τα χτήματα!” φωνή και διαταγή. Περασμένα ξημερώματα, ο ήλιος θαμμένος πίσω από γκρίζα ομίχλη, ο Μανόλης από το χέρι του φονιά. Ποιος να βρεθεί να τη συντρέξει; Σ’ όλη τη διαδρομή ψυχή δε συνάντησαν. Σα να κρύφτηκαν οι άνθρωποι, για να περάσουν τα τέρατα. Με το που φτάσανε, βάλθηκε ο κακούργος να σκάβει λάκκο.
Έστρεψε το βλέμμα ανήσυχη, πίσω προς το χωμάτινο δρόμο. Έφερε ένα γύρο με το μάτι ως τα χτήματα. Ερημιά παντού. Μόνο τα δέντρα στέκονταν στη σειρά, λιτανεία στο υγρό πρωινό.
Το παιδί σταμάτησε να παίζει με τα χώματα και γύρεψε προσοχή. Έπεσε πάνω στο πόδι της μ’ ανοιχτά τα χέρια. Το κεφαλάκι του συνάντησε ψυχρό μέταλλο, αντί για το μαλακό μηρό της. Απορημένο έκαμε να κλάψει. Το φίλησε βιαστικά και το ‘κρυψε με το κορμί της. Έσιαξε τα φουστάνια, βεβαιώθηκε.  Το καλό της χέρι παρέμεινε μετέωρο, να πάλλεται, καθώς είδε το θεριό να βγαίνει  από το λάκκο.
“Βάλτο πίστομα μέσα.”Βρυχήθηκε αυτός.
Χίμηξε πάνω του με το μαχαίρι σφιχτά στο δεξί.”
Δ.
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s