Το χρονικό μιας γραφομηχανής που φτούρησε. Ή μήπως όχι;

Photo by Kak

Το γράψιμο είναι ξεγύμνωμα. Ντε φάκτο. Κι ανάλογα την εποχή, την ηλικία και τις συνθήκες, είτε το κρύβεις κάτω από τόνους ρούχα, φοβίες και ενοχές, είτε το περιφέρεις ξεδιάντροπα δίχως την παραμικρή συστολή και ανασφάλεια.

Όπως τα πιτσιρίκια που κυκλοφορούν στις παραλίες τσίτσιδα, κατουράνε στην ακτή χαρίζοντας κουτσοδόντικα χαμόγελα σε γονείς και λουόμενους και κάνουν τούμπες σε ξένα σπίτια δίχως να τους νοιάζει αν θα φανεί το βρακί τους. Ξετσιπωσιά κανονική για την ενήλικη κοινωνία που μέσα στη ντροπή και την ενδόμυχη ζήλια της, βιάζεται να τα δικαιολογήσει «Μα είναι παιδιά ακόμα».

Μα ήμουν παιδί ακόμα… Καμία συναίσθηση, κόμπλα, φόβος κριτικής, καμία ανασφάλεια. Άνοιγα τα τετράδια, τα γέμιζα μικρές ασυναρτησίες, παιδικές ιστορίες και αυτοσχέδια ποιήματα, ότι πέρναγε εκείνη την εποχή από το λιλιπούτειο κεφάλι μου κι έπειτα έψαχνα για κοινό. Άλλα πιτσιρίκια, εξίσου αθώα και ανίδεα, που δεν ήξεραν, δεν είχανε μάθει ακόμα την έννοια του «κρίνω» και «σχολιάζω».
Το κοινό μου… ένα μάτσο μπόμπιρες των πρώτων τάξεων του δημοτικού που στρίμωχνα σε μια γωνία του προαυλίου στα διαλείμματα, για να ‘χουν τα γραπτά μου ακροατήριο. Δέκα σειρές κάθε μέρα που τις άκουγαν άλλοτε με το στόμα ανοιχτό κι άλλοτε βιαστικά, μηχανικά και αδιάφορα, με το ένα πόδι έτοιμο να την κοπανήσει για να επιδοθεί στο κρυφτό, στους κλέφτες κι αστυνόμους και στα περιβόητα σαλαμάκια που κάναν τα πισινά μας μπλαβί από το χτύπημα και τα μούτρα των δασκάλων κόκκινα από θυμό. Δεν πτοήθηκα ποτέ. Άκουγαν δεν άκουγαν, τη δουλειά μου την είχα κάνει. Είχα βγάλει τις παιδικές εμμονές που μου σφηνώνονταν στο μυαλό κι όλες εκείνες τις κουτουράδες με τις οποίες βασάνιζα τα τετράδια μου τις απογευματινές ώρες που οι συμμαθητές μου χάραζαν γόνατα και αγκώνες πέφτοντας απ’ το ποδήλατο. Με το πέρασμα των καιρών οι χάρτινοι «θησαυροί» χάθηκαν. Τους κατάπιε το χρονοντούλαπο. Άλλοι ξεχάστηκαν μέσα σε μητρικά συρτάρια, άλλοι φαγώθηκαν απ’ τους κάδους σκουπιδιών. Παρέμειναν τα γόνατα και οι αγκώνες δίχως παιδικά σημάδια και εγώ δεν έμαθα ποτέ μου ποδήλατο της προκοπής.

Κι έπειτα ήρθαν τα κόμικς. Φρενίτιδα κανονική. Αγορίστικα, κοριτσίστικα και στο ενδιάμεσο περιοδικά μεγάλων, σχεδόν πάντα στη ζούλα. Τζίφος όμως. Άλλο να διαβάζεις κι άλλο να τα γράφεις. Κοίταζα με ζήλια τα ονόματα στα περιεχόμενα και φανταζόμουν κοκκινοτρίχικα παιδιά, με γυαλιά και φακίδες της Κάντυ Κάντυ να κάθονται πίσω από ενήλικα γραφεία με μια γραφομηχανή μπροστά τους και την αναγκαστική κούπα με το Hemo παραδίπλα. Είδαν κι απόειδαν οι γονείς μου, μου την αγόρασαν τελικά τη γραφομηχανή.

Έπεσα με τα μούτρα πάνω από τα ασπρόμαυρα πλήκτρα με πάθος πρωτοεμφανιζόμενου πιανίστα. Ένα πωρωμένο μικρομέγαλο που καταπιανόταν με ακατάλληλες δια ανηλίκους ιστορίες τρόμου σαν κι αυτές που πρόβαλλε η τηλεόραση μετά τις 10. Οι περισσότερες ‘μέναν ημιτελή. Ο σχιζοφρενής με το δολοφονικό τηλέφωνο του ντους έφτασε με το ζόρι μέχρι το δεύτερο κεφάλαιο. Πέντε δακτυλογραφημένα φύλλα με αναρίθμητα ορθογραφικά λάθη που κοβόταν απότομα όχι από έλλειψη φαντασίας, αλλά από βαρεμάρα. Κι οι εικόνες; Όλα αυτά τα πολύχρωμα σκίτσα που έντυναν τα κόμικς, δίναν κίνηση, γκριμάτσες και ζωή, που τα βρίσκει κανείς; Ότι κι αν έγραφα, δίχως αυτά, ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένο. Ανάθεμα την ώρα που έπιασα εκείνο το ψαλίδι… Φύλλο και φτερό έγιναν όλες οι συλλογές μου, που αν τις είχα τώρα θα έκανα γερή μπάζα στο μοναστηράκι. Πρώτα έκοβα ολόσωμες φιγούρες, σπίτια και διαφόρων ειδών σκηνικά, μέχρι που εξασκήθηκε το χέρι και γέμισα ολόκληρες σακούλες σούπερ μάρκετ με χάρτινες καρέκλες, ποτήρια, ζώα, δέντρα και λουλούδια, ένα φουστάνι, ένα πόδι, ένα χέρι, ακέφαλα σώματα, ξέχωρα μάτια και διαφόρων χρωμάτων μαλλιά. Όλα μονά, όλα λειψά, όπως τα καταδικασμένα πλάσματα που διχοτομήστηκαν από θεϊκό χέρι, στην ιστορία του Αριστοφάνη από το Συμπόσιο. Κι εγώ, ένας μικρός θεός, μια τα ‘κοβα, μια τα ένωνα φτιάχνοντας συνθέσεις του παραλόγου. Ένα περίτεχνο παζλ πασαλειμμένο με μπόλικη UHU που περιέγραφε την ολόδική μου ιστορία. Με τις λέξεις, τις κινήσεις, τις εκφράσεις, τη ζωή που αναζητούσα. Γέμισε ένα ολόκληρο 200φυλλο τετράδιο από το παραμύθι. Ένα ολοκληρωμένο παραμύθι, με αρχή, μέση και τέλος. Έγραφα στο χοντρό εξώφυλλο με καλλιγραφικά το τίτλο και έκλεινα τα 13.

Τι δουλειά έχει το γράψιμο με την εφηβεία; Όταν φασκιώνεσαι με φούτερ και πουλόβερ τεσσάρων νούμερων μεγαλύτερα, φαρδιά τζιν που στερεώνονται με χοντρές άκαμπτες ζώνες, μαύρα άρβυλα που βαραίνουν τα βήματα και κρύβουν τις προσφάτως σχηματισμένες γάμπες με το αμυδρό χνούδι; Ταμπούρωμα κανονικό μη φανεί η αγαρμποσύνη.

Τι θέση έχει; Τη θέση της μπανιέρας. Όταν μακριά από παρείσακτα βλέματα κοιτάς απροετοίμαστος και φοβισμένος στον καθρέπτη τις αλλαγές. Βιαστικά, αγχωμένα, ρίχνωντας κλεφτές ματιές στο χερούλι της πόρτας μη τύχει και σε πιάσουν στα πράσα.

Μη με πιάσουν στα πράσα…

Κι έτσι βρέθηκα να γράφω πάλι. Με τη ψυχή στο στόμα και τα δάχτυλα να σχηματίζουν σπασμωδικά λέξεις από ορνιθοσκαλίσματα, επί τούτου δυσανάγνωστα σε περίπτωση παραβίασης. Το συρτάρι του γραφείο πάντα σε επιφυλακή με το κλειδί ετοιμοπόλεμο μέσα στην κλειδαρότρυπα. Ένας πρώτης τάξεως μυστικός πράκτορας που σε καιρούς πολέμου θα έκανε λαμπρή καριέρα. Ή μάλλον όχι….

Όταν ξεκλείδωσα μια μέρα το συρτάρι και  βρήκα όλα τα χαρτιά προσεκτικά στοιβαγμένα, μαζί και καθαρό το τασάκι από τις γόπες, ο κύβος ερρίφθη. Πέταξα τα τετράδια με τις γραμμές και έπιασα τα άλλα, τα σκέτα, άδεια φύλλα για να τα γεμίσω με σχέδια, ζωγραφιές και ότι άλλο ξέβραζε το μυαλό μου δίχως το φόβο του ξεκουκουλώματος. Δύσκολο πράμα η αποκρυπτογράφηση κι εγώ ήμουν ασφαλής. Όσο για εκείνες που δεν έβρισκαν σχήματα, τις λέξεις και φράσεις που κανένα σκίτσο δεν μπορούσε να τις περιγράψει, ε αυτές κατείχαν περίοπτη θέση τις βραδινές ώρες, στοκάροντας αδιάκοπα τις άδειες τρύπες του μυαλού που άφηνε η αποστήθιση της φυσικής και της ιστορίας.

Και έπειτα ήρθε το πανεπιστήμιο. Το φοιτητικό δωμάτιο, καταφύγιο, κρυψώνα και συνεργός μαζί. Ο επιμελής φοιτητής που «μάζευε» τα διάσπαρτα Α4 από τις  μισοτελειωμένες εργασίες μου,  ο ηδονοβλεψίας που κρυφοκοίταζε τα πάντα, από τα πρώτα ερωτικά αγκαλιάσματα μέχρι τις πυκνογραμμένες σελίδες που με κρατούσαν ξάγρυπνη ως την αυγή. Αυτό το συρφετό λέξεων που γραφόταν μέσα σε κείνο το μικρό ημερολόγιο με το μπορντό εξώφυλλο και ισορροπούσε μεταξύ των συγκινήσεων που χάριζε η νέα χώρα και των αγαπημένων που ‘χαν μείνει πίσω στην πατρίδα. Η πατρίδα, η έννοια της και ο επαναπροσδιορισμός της. Καθώς περνούσαν οι μήνες και τα χρόνια, βρήκα την πραγματική ουσία της στα ξένα χώματα. Ότι πρωτίστως θεωρούσα δεδομένο, με την απουσία, την έλλειψη του, γιγαντώθηκε μες στο μυαλό και η αξία του. Όπως γιγαντώθηκαν τα ποιήματα του Οδυσσέα και οι θαλασσοϊστορίες του Καρκαβίτσα. Γέμιζαν οι μουντές μέρες από το φως των «Σποράδων», ζέσταινε το δωμάτιο από τη «Θητεία του Καλοκαιριού», γυρνούσαν πίσω τα νησιά, ο ήλιος και η χαμένη παιδικότητα από την «Ηλικία της Γλαυκής Θύμησης» και όταν πλέον έπιασα τον Καζαντζάκη, είχα πεισθεί. Η Ελλάδα από τα μακρυά φάνταζε ομορφότερη κι εγώ, πέρα από αερολογίες, δεν θα κατάφερνα ποτέ να γράψω τίποτα της προκοπής. Ούτε για την Ελλάδα, ούτε για μένα.

Η πένα είναι για τους σοφούς, τους καλλιεργημένους, τους κοσμογυρισμένους. Εκείνους που αφιερώνουν τις μέρες και τις νύχτες τους πάνω στο χαρτί αντί να αναλώνονται σε μονοήμερες εκδρομές και φοιτητικά ξενύχτια. Εκείνους που ταϊζουν την ακόρεστη πείνα τους για δημιουργία, συναναστρεφόμενοι άλλους καλλιτέχνες, μποέμ και φιλοσόφους, αντί να ξοδεύουν τις ώρες τους συζητώντας για deadlines και παραδόσεις πάνω από ξέχειλα pints.

Η πένα θέλει αυτοσυγκράτηση και πειθαρχία. Θέλει χρόνο, θυσίες και συνεχή τροφή.

Ήταν πολύ για μένα. Μεγάλο κι ασήκωτο. Δεν είχα τη δύναμη να το υποστηρίξω, τα μάτια να το ξεχωρίσω, τα χέρια για να το αγγίξω. Η ζωή μου έγνεφε από τη γωνία και που μυαλό να σου μείνει. Ζώστηκα τις τύψεις μου στη μέση και ξεκίνησα το ταξίδι προς το άγνωστο. Ήταν βαριές όμως οι άτιμες! Κάθε τόσο μου τραβούσαν τα πόδια προς τα κάτω, υπενθυμίζοντας με τον πιο άγαρμπο τρόπο ότι άφηνα τα μοναδικά μου στην άκρη για πρόσκαιρες στιγμές και απολαύσεις. Τρεκλίζοντας από τα «θέλω» και τα «θέλω» διέσχισα ολόκληρο το χρονοτόπο των φοιτητικών μου χρόνων αμφιρρεπής και ενοχική. Γυρνώντας τώρα πίσω, αναμασώντας τις αλλοτινές μνήμες, το βλέπω καθαρά. Πόσο πιο εύκολα θα ήταν όλα αν γνώριζα εκ’ των προτέρων πως στο τέλος της διαδρομής με περίμενε η κάθαρση. Δεν ήταν το θριαμβευτικά υπογεγραμμένο πτυχίο αλλά μία φτωχή φράση σε ένα βιβλίο αυτοβοήθειας της σειράς. «Για να γράψεις πρέπει πρώτα να ζεις.» Την καθαρόγραψα μες στη ψυχή μου και στρογγυλοκάθισα πάνω της. Οι τύψεις και οι ενοχές πολυφορεμένο ρούχο που δεν είχε θέση πια στη ντουλάπα μου.

Κι ύστερα τα εικοσικάτι. Με την ορμή φαλαινοθηρικού, την αλαζονεία παντογνώστη, τη θηριώδη δύναμη πολεμιστή που πρωτορίχθηκε στη μάχη. Όλοι και όλα δικά μου. Όλα τα μπορώ, όλα μου επιτρέπονται κι όλα μου υποκλίνονται. Μόλις δε μπήκαν και τα πρώτα χρήματα στη τσέπη, ζεστά λαχταριστά σα φουρνισμένα παξιμάδια στη χούφτα λιμασμένου πιτσιρικά, παράγινε το κακό κι άρχισαν να γράφονται οι μεγαλύτερες μπαρούφες. Η σκέψη γοητευόταν από την ίδια τη φωνή καθώς πιπίλιζε στη γλώσσα αμπελοφιλοσοφίες με στόμφο πολυξερίδη. Απ΄ όλες τις εποχές της γραφής τα εικοσικάτι ήταν τα χειρότερα. Να τη βράσω την ορθογραφία και το βελτιωμένο συντακτικό. Κείνα τα κείμενα μοιάζανε με φωτογραφίες που ήθελα να κρύψω από τους γύρω γιατί δεν άντεχα να τις βλέπω εγώ η ίδια. Και δεν ήξερα αν έπρεπε να τα κάψω από ντροπή ή να βγάλω τα μάτια μου για να μη τα κοιτάζω. Τελικά δεν έκανα ούτε ένα, ούτε τ’ άλλο. Μόνο τα ‘θαψα σε έναν παλιό υπολογιστή κι ούτε κηδεία, ούτε μνημόσυνο.

Μέχρι που ΄ρθαν τα πρώτα -άντα.

Η δεκαετία που η αλαζονεία δίνει τη θέση της στην ανασφάλεια. Που από το «ξέρω τα πάντα» βρίσκεσαι στο «δε ξέρω τίποτα». Βάλθηκα να τα μάθω όλα από την αρχή. Να διαβάζω ότι πέφτει στα χέρια μου. Από τους κλασσικούς μέχρι συνταγές μαγειρικής. Να γράφω πάλι δειλά, σαν πρωτάρα μαθήτρια. Να ξεγυμνώνω τα κείμενα, -κολιέ-επίθετα-στολίδια- όλα στον κάδο να δούμε τι θα βρούμε από κάτω. Βρήκαμε; Το βρήκα; Μια υποψία… Μια εικασία… Μια σιγουριά. Όσο ζω μαθαίνω. Όσο ζω θα γράφω. Αυτό. Κομμένες οι φανφάρες.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s