The Sea of Love?

«Κάτσε να φυλάς τη βάρκα», την πρόσταξε και έπειτα βούτηξε με τους μαθητευόμενους για να τους δείξει τον ύφαλο με τα κοράλλια. Εκείνη τα ‘χε δει πολλές φορές στο παρελθόν μαζί του. Ειδικά τότε, στην αρχή του φλερτ τους, την ξεμονάχιαζε με κάθε ευκαιρία σε υφαλοκρηπίδες, μυστικές παραλίες και θαλάσσιες σπηλιές. Απ’ όταν ανέλαβε βοηθός του στη σχολή καταδύσεων, κόπηκαν οι πολλές «εξορμήσεις». Είχαν περάσει και δυο χρόνια, είχαν κοπάσει κι οι ορμές, ξέμεινε να φυλάει μόνη της τη βάρκα με τον εξοπλισμό και τις περίσσιες μπουκάλες οξυγόνου, όσο εκείνος αλώνιζε τους βυθούς.

Σήμερα όμως ήταν αλλιώς. Είχε λαδιά κι ήταν απάνεμο το αγκυροβόλι. Κανένα ρεύμα δεν απειλούσε να ξεσύρει την άγκυρα και κανένα κύμα να αναποδογυρίσει την βάρκα. Το γκρουπ κατάδυσης θα έλειπε τουλάχιστον για δύο ώρες, μπορούσε να κάνει μια γρήγορη βουτιά ως τον απέναντι όρμο, δίχως να την πάρει εκείνος χαμπάρι.

Φόρεσε μάσκα, βατραχοπέδιλα, ζώστηκε και το μαχαίρι για τις πεταλίδες και έπεσε στα παγωμένα νερά. Ο βυθός πεντακάθαρος, θαλασσινός καθρέπτης να λάμπουν πάνω του κοχύλια, βότσαλα και οι λευκοί, επίπεδοι ογκόλιθοι που ΄ταν αραδιασμένοι μαρμάρινο πάτωμα, ως το γειτονικό λιμάνι.

Κολυμπούσε αργά, απολαμβάνοντας την αίσθηση ελευθερίας που της προσέφερε η θάλασσα, όταν διέκρινε μία μαύρη φιγούρα κοντά στα βράχια. Δύτης ή ψαροντουφεκάς, ήταν η πρώτη σκέψη της, μα πλησιάζοντας, ξεχώρισε τη μπουκάλα οξυγόνου. Κι εκείνη τη μπλε ρίγα στα πλάγια της στολής. Έντονο μπλε, φωσφοριζέ, το σήμα κατατεθέν του. Την έπιασε πανικός. Έτσι και την έβλεπε, σίγουρα θα της έριχνε καμιά κατσάδα. «Μα τι δουλειά είχε τόσο νωρίς στον όρμο; Που ήταν οι υπόλοιποι;», ψιθύρισαν στ’ αυτί της οι «διαβόλοι».

Κρύφτηκε πίσω από έναν βράχο και παίρνοντας βαθιά ανάσα, έμεινε να τον παρακολουθεί μέσα απ’ το νερό.

Δεν πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα όταν μια δεύτερη φιγούρα εμφανίστηκε. Γυναικεία φιγούρα, να μαρτυρά τη φύση της απ’ τις νωχελικές κινήσεις, απ’ τις καμπύλες τους στήθους και των γλουτών, που ασφυκτιούσαν μες στη στολή. Είδε το σώμα του να γυρίζει προς το μέρος της. Είδε το νεύμα του να την καλεί. Γνώριμο νεύμα, οικείο κάλεσμα, η αρχή κάτι νέου, κάτι του οποίου είχε υπάρξει παραλήπτρια κι η ίδια.

Η γυναίκα τον πλησίασε κουνώντας αισθησιακά τα βατραχοπέδιλα της. Ήταν μισός μες στο κοίλωμα του βράχου και ψαχούλευε ανάμεσα στα φύκια.

«Αστερίες… κοίτα πόσο όμορφοι είναι…», άστραψαν τα περασμένα λόγια του μες στο μυαλό της. Και η σκηνή ξετυλιγόταν πάλι ίδια. Με κείνη για κομπάρσο αντί πρωταγωνίστρια.

Το χέρι του άγγιξε τον άγνωστο γυναικείο καρπό, γύρισε την παλάμη και εναπόθεσε πάνω το αστεροειδές. Συνεπαρμένη η κοπέλα, κούνησε με τα δάχτυλά της τα κατακόκκινα πόδια του, λες και ‘παιζε πιάνο. Εκείνος την κοιτούσε. Δεν έβλεπε τα μάτια του πίσω από τη μάσκα, δεν ξεχώριζε την ένταση του βλέμματος, όμως ήξερε πως ήταν εκεί.  Έτοιμο να τις κατασπαράξει. Και τις δύο.

Έτρεμε. Η ακινησία μετέτρεπε τα άκρα της σε εύκολη λεία για το παγωμένο νερό. Τα δόντια της χτυπούσαν νευρικά, τα πόδια της μούδιαζαν.

Το σώμα του πλησίασε το ξένο σώμα. Το χέρι του πέρασε γύρω από τη λεπτή μέση. Η γυναίκα αιφνιδιάστηκε για μια στιγμή, σήκωσε απότομα το κεφάλι, τινάχτηκαν τα χέρια της, γλίστρησε ο αστερίας προς τα βάθη. Τα πορφυρά μαλλιά της απλώθηκαν ολόγυρα σαν πύρινα φύκια. Οι άκρες τους έφταναν ως το πρόσωπό του, του χάιδευαν κροτάφους και λαιμό. Με μία απαλή κίνηση της έβγαλε τον ρυθμιστή αναπνοής. Στέρησε το οξυγόνο απ’ τα φιλήδονα χείλη για να το δώσει ευθύς πίσω μέσα από τα δικά του.

Η μάσκα της θόλωσε. Ο αέρας σωζόταν. Και τότε το κατάλαβε. Το οξυγόνο που αντάλλαζαν τούτα τα στόματα δεν προερχόταν απ’ τις φιάλες. Ήτανε το δικό της που κλέβανε! Το δικό της οξυγόνο που ολοένα και λιγόστευε μες στα πνευμόνια καθώς έβλεπε αυτό το σώμα, τα χείλη, τα χέρια του, σιχαμένα πλοκάμια, τυλιγμένα γύρω από τη ξένη με τα κόκκινα μαλλιά.

Πνιγόταν. Λίγο ακόμη να έμενε κάτω από το νερό, λίγο ακόμη να κοίταζε τούτο το φιλί, η ανάσα της θα την πρόδιδε, όπως την πρόδωσε η καρδιά του. Ορθώθηκε κύμα η αυτοσυντήρηση και αναδύθηκε στην επιφάνεια παίρνοντας σωτήρια εισπνοή.

Ανόητη… Η θάλασσα, από αθώα αγαπημένη, είχε μεταμορφωθεί σε γυναίκα σκοτεινή και επικίνδυνη, έτοιμη να διακορεύσει κάθε ψυχή, να ενθαρρύνει κάθε ορμή, να εξαλείψει κάθε τύψη.

Ανόητη! Την έδειχνε με το δάχτυλο. Τι περιμένεις λοιπόν;

Κι εκείνη, η ανόητη, η ασήμαντη, δεν περίμενε να δει κάτι άλλο. Πυρακτωμένο το χέρι της, τράβηξε το μαχαίρι απ’ τη θήκη. Το άφησε να την οδηγήσει. Εκεί, στο σημείο όπου έπρεπε από ώρα να βρίσκεται.

Κολύμπησε γρήγορα. Μια τελευταία κατάδυση, μια τελευταία ανάσα και η αιχμηρή λεπίδα βρήκε στόχο. Απ’ άκρη σ’ άκρη κόπηκε το σχοινί. Έμεινε η βάρκα μετέωρη στην επιφάνεια κι έπειτα παρασύρθηκε ελεύθερη στ’ ανοιχτά. Στον πάτο της θάλασσας, κείτονταν μαζί με την άγκυρα και τα λυμένα δεσμά της.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s