Για κάποιο Σαββατόβραδο στην Καισαριανή

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή να μιλάς για την πατρίδα σου. Για την πατρίδα έτσι όπως θα θέλαμε να τη ζούμε και να την καμαρώνουμε. Την πατρίδα των αγώνων, της παλικαριάς, της αυτοθυσίας. Την πατρίδα της αλήθειας και της τιμής. Αυτήν την πατρίδα που βλέπουμε σε κάθε πόλη, κωμόπολη, νησί και χωριό μέσα από τα αγάλματα και τα μνημεία πεσόντων. Άντρες, γυναίκες, παιδιά… 14, 15, 16 χρονών. Κάθε ένα κι από μια ιστορία. Κάθε ένα και δέος, περηφάνια, ανατριχίλα. Τα κοιτάζω, τα διαβάζω και γνωρίζω τη συντριβή. Όχι για εκείνους που πέσαν, για εκείνους που θυσιάστηκαν αλλά για τους άλλους. Αυτούς που δεν δικαίωσαν, δεν δικαιώνουν κείνες τις θυσίες. Αυτούς που λοβοτομούν κάθε στιγμή τη χώρα μου. Γιατί το κακό από ξένο χέρι, πολεμιέται. Με μάχες, πράξεις ηρωισμού, μνημεία και τραγούδια, πολεμιέται. Το ντόπιο όμως; Το ελληνικό; Αυτό το χέρι που όπλισε τα Δεκεμβριανά και τους εμφυλίους, το ίδιο χέρι που προωθεί το ξεπούλημα της πατρίδας μας όλα αυτά τα χρόνια… πως το πολεμάς;  Πως νικιέται; Πως θα ξεπλύνουμε τούτη τη ντροπή; Την προδοσία σε κείνους που «φύγαν» για εμάς; Εκείνους που τιμώνται μέσα από αφιερώματα, στεφάνια και βαρύγδουπες δηλώσεις στα κανάλια την ίδια στιγμή που τουφεκίζονται ξανά και ξανά πισώπλατα. Πισώπλατα. Να μια λέξη του σήμερα. Χτυπήθηκε η Ελλάδα πισώπλατα. Πήγαν χαράμι οι θυσίες. Και ποιος τις λογαριάζει πλέον τις τιμές….

Αύριο δεν θα υψώσω σημαία. Μόνο θα αφήσω με το νου μια μαργαρίτα σε όλα τα αγόρια, κορίτσια, άντρες και γυναίκες που χάρισαν τα χρόνια τους στην ελευθερία της πατρίδας μας. Κι έπειτα θα ζητήσω συγνώμη. Που δεν σταθήκαμε αντάξιοι. Που είμαστε κι εμείς προδότες. Και καθόμαστε αμέτοχοι να βλέπουμε τους μεγάλους καθώς ξεπουλούν τη χώρα μας.

Φ.Μ


Στις 27 Απρίλη του 1944, στους Μολάους της Λακωνίας, στήθηκε ενέδρα από τους αντάρτες του ΕΑΜ σε μια πομπή 4 γερμανικών αυτοκινήτων, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένας Γερμανός στρατηγός με τους επιτελείς του και μεγάλο μέρος της φρουράς του. Τα αντίποινα γι αυτή την ενέργεια ήταν η εκτέλεση 200 πατριωτών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του ’44. 20 χρόνια αργότερα, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έγραψε τους στίχους του τραγουδιού “Σαββατόβραδο στην Καισαριανή”,  σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου και ερμηνεία από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Οι λογοκριτές αφαίρεσαν από το τραγούδι τη δεύτερη στροφή από τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου…

“Το απομεσήμερο έμοιαζε να στέκει σαν αμάξι γέρικο στην ανηφοριά
Kάθ’ απομεσήμερο στο κρυφό μας στέκι πίσω απ’ το μαγέρικο του Δεληβοριά.
Όλα μοιάζαν ουρανός και ψωμί σπιτίσιο
Όλα μοιάζαν ουρανός και γλυκό, γλυκό ψωμί.
Tάχα τι να ζήλεψαν στα χλωμά σου μάτια που ’γιωμαν τ’ απόβραδο γλύκα πρωινή,
κι ήρθαν και βασίλεψαν τα βαθιά σου μάτια κάποιο Σαββατόβραδο στην Kαισαριανή.
Κι όλα γίναν κεραυνός πελαγίσια αρμύρα
Κι όλα γίναν κεραυνός και πικρό, πικρό ψωμί.
Γνώριζες τα βήματα, ξέκρινα τους ήχους
και μπογιές ‘τοιμάζαμε με σβηστή φωνή.
Τις βραδυές συνθήματα γράφαμε στους τοίχους πέφταμε και κράζαμε “κάτω οι Γερμανοί”.
Κι όλα ήταν ουρανός και ψωμί σπιτίσιο.
Κι όλα ήταν ουρανός και γλυκό ψωμί.
Σου ’δινα τα χρώματα, μου ’δινες τους τόνους και φωτιές ανάβαμε με σβηστή φωνή
κάθε απομεσήμερο τρέχαμε στους δρόμους, τρέχαμε και γράφαμε “Έξω οι Γερμανοί”.”


Τα γεγονότα πριν την Πρωτομαγιά του ’44 αφηγείται η νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη “Το τελευταίο σημείωμα”, η οποία κυκλοφόρησε χθες στις 26/10/2017 σε σενάριο Ιωάννας Καρυστιάνη.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s