The Sea of Love?

«Κάτσε να φυλάς τη βάρκα», την πρόσταξε και έπειτα βούτηξε με τους μαθητευόμενους για να τους δείξει τον ύφαλο με τα κοράλλια. Εκείνη τα ‘χε δει πολλές φορές στο παρελθόν μαζί του. Ειδικά τότε, στην αρχή του φλερτ τους, την ξεμονάχιαζε με κάθε ευκαιρία σε υφαλοκρηπίδες, μυστικές παραλίες και θαλάσσιες σπηλιές. Απ’ όταν ανέλαβε βοηθός του στη σχολή καταδύσεων, κόπηκαν οι πολλές «εξορμήσεις». Είχαν περάσει και δυο χρόνια, είχαν κοπάσει κι οι ορμές, ξέμεινε να φυλάει μόνη της τη βάρκα με τον εξοπλισμό και τις περίσσιες μπουκάλες οξυγόνου, όσο εκείνος αλώνιζε τους βυθούς.

Σήμερα όμως ήταν αλλιώς. Είχε λαδιά κι ήταν απάνεμο το αγκυροβόλι. Κανένα ρεύμα δεν απειλούσε να ξεσύρει την άγκυρα και κανένα κύμα να αναποδογυρίσει την βάρκα. Το γκρουπ κατάδυσης θα έλειπε τουλάχιστον για δύο ώρες, μπορούσε να κάνει μια γρήγορη βουτιά ως τον απέναντι όρμο, δίχως να την πάρει εκείνος χαμπάρι. Continue reading

Η Νύφη

Τη φώναζαν «μαμά», «γυναίκα», «γιαγιά». Ήταν 60; Μπορεί και 70. Οι ρυτίδες γύρω απ’ τα μάτια, γύρω απ’ τα χείλια παραήταν αχνές για να καθορίσουν το χρόνο. Τα μαλλιά της κομμένα κοντά. Αγορίστικα και γκρίζα. Τα ρούχα της απλά, μια βαμβακερή μπλούζα και ένα αντρικό παντελόνι. Μια γυναίκα δίχως ηλικία.

photo by franceska

photo by franceska

Στεκόταν όρθια, πάνω στο κεφαλόσκαλο της εξωτερικής σκάλας, με τη πλάτη γυρισμένη στο κήπο και ένα φλιτζανάκι καφέ στα χέρια.

«Εδώ μεγαλώσατε;» τη ρώτησα ψάχνοντας να βρω τα έτη που ‘λειπαν από πάνω της.

«Εδώ μεγάλωσα, δεν είμαι όμως από δω», απάντησε γυροφέρνοντας το κουτάλι με τη ζάχαρη μες στο φλιτζάνι.

Τα χέρια μου δεμένα αμήχανα. Έκανα ένα βήμα μπροστά, να βγω κι εγώ στον ήλιο.

«Από τα μέρη σας είμαι. Μέχρι τα 18.» συμπλήρωσε. «Μετά ήρθα εδώ. Για να παντρευτώ και να μεγαλώσω.»

«Όπως οι «Νύφες» ;» μου ξέφυγε και ευθύς μετάνιωσα για την αδιακρισία του παραλληλισμού μου.

«Όπως ερχόντουσαν τόσες και τόσες στα χρόνια μου.» χαμογέλασε. Continue reading

Ολυμπία η όμορφη

unnamed-001

photo by franceska

Την πρώτη φορά που την είδα φορούσε μαύρα με μοβ. Κι ένα τεράστιο δαχτυλίδι από αυτά με τα πολλά πολλά μικρά μπιρμπιλόνια, που ήταν τότε στη μόδα. Από απόσταση δεν την πρόσεξα καν. Ήταν μια κοινή, μεσήλικη γυναίκα μετρίου αναστήματος, με λίγα κιλά παραπάνω. Μέχρι που πλησίασα. Μέχρι που άνοιξε εκείνο το στόμα, κουνώντας ρυθμικά τα χέρια για να κατευθύνει τα λόγια της. Αφοπλίστηκα. Με τον αθώο και ανυποψίαστο τρόπο που αφοπλίζεται ένας άνθρωπος εμπρός στο πρωτόγνωρο.

Όχι, δεν κουβαλούσε στην πλάτη της καμιά ιστορία από αυτές που ακούς με τεντωμένα αυτιά κι ορθάνοιχτο στόμα. Απλά, καθημερινά πράγματα όμοια με κείνα που αναλωνόμαστε όλοι μας. Όπως απλή, καθημερινή ήταν κι ίδια, το σπίτι της, οι χώροι που κινείτο και οι άνθρωποι που συναναστρεφόταν. Όμως οι φράσεις της ήταν αλλιώς. Οι λέξεις της πλημμυρισμένες από χειροκροτήματα. Και οι προτάσεις της, οι κοινές, όπως «ο γιος μου βρήκε κοπέλα, ο άντρας μου, μου έκανε δώρο αυτό το παντελόνι, ή περάστε το βραδάκι από το σπίτι να σας μαγειρέψω»,  έφεραν τόση ενέργεια, τόσο ενθουσιασμό, που ήθελες δεν ήθελες σε παρέσερναν στο πολύχρωμο ντελίριό τους. Continue reading

Παραλήρημα του ‘40

Tou_Saranta

Έργο των αδελφών Χατζηβασίλη, Διαφάνι, Κάρπαθος Φωτο: Kak

Ποιος να μου το ‘λεγε πως γέρος άνθρωπος θα αντίκριζα το χωριό μου σε τέτοιο χάλι. Ποιο χωριό δηλαδή, τούτο δω μήτε χωριό μήτε για γη περνιέται. Τίποτα δεν έμεινε ορθό. Σπίτια, καφενεία, το δημαρχείο, το σκολειό, ντουβάρια όλα. Τρία μερόνυχτα χαλασμός κυρίου εγινόταν κι εγώ χωμένος στην υπόγα. Θαμμένος ζωντανός ν’ ακούω τη γη να σείεται πάνω απ’ την κεφάλα μου και τίποτις να μη μπορώ να κάμω. Ανάθεμά σας κερατάδες! Μου πήρατε τα παλικάρια μου, μου πήρατε και την κυρά μου, μοναδική παρηγοριά  η αυλή με τους βασιλικούς, είχατε δεν είχατε, την κάψατε κι αυτήν. Μαζί της κι ολάκερη τη γειτονιά. Continue reading