Σαν ζήλεψα αυτά που γράφεις

Anazitisi_Themelis

photo by Franceska

Κοιτάζω τη φωτογραφία σου. Έφυγες Αύγουστο του ’11, λέει. Αυτός ο Αύγουστος με αυτό το χαμόγελο και τα κυρτά μάτια μου δένουν τόσο. Χαρούμενη εικόνα, χαρούμενος μήνας να κινήσει κανείς για αλλού.

Εδώ και καιρό, μπορεί μήνες, μπορεί χρόνια, δεν μ’ έβρισκαν αυτά που διάβαζα. Ίσα ξεχώριζα τις φωνές, μουρμουρητά τα περισσότερα· πως να τ’ αναζητήσω; Όσο για ‘κεινα που έγραφα η ίδια, αυτά που ξαναδιάβαζα να ακούσω τη φωνή μου, μόνο στριγκλιές ξεχώριζα. Πέρναγα τρομαγμένη τις σελίδες, διάβαζα στον «αέρα», μη με ξεκουφάνω. Και χάθηκα με νυσταλέα μάτια πάνω από μισάνοιχτα βιβλία και χειρόγραφα, μέσα σε λευκά περιθώρια και τσακισμένες σελίδες, να αβγατίζω ένα τέλος που δεν έλεγε να ‘ρθει και σαν ερχότανε έμοιαζε να μη διαβάστηκε ποτέ.

Τι βάσανο και τούτο κι όποιος ζει για τις ιστορίες, ξέρει τι σημαίνει να χάνεις τον καημό σου για αυτές. Να τα βάζεις με τον εαυτό σου «Εσύ φταις! Μονάχα εσύ!» Στέρεψε η όρεξη για ανάγνωση, τη φάγανε διαδικτυακά δόντια και φτύσαν κοκκαλάκι τη βιβλιοθήκη.

Και  τι σε νοιάζει, θα μου πεις. Τι να σε νοιάζει εκεί που βρίσκεσαι. Δε ξέρω… Ίσως πάλι να σε νοιάζει. Ίσως να ξέρεις αυτό το λίγωμα να διαβάσεις, να γράψεις, μα να μη βρίσκεις τίποτα. Όπως εκείνος που ποθεί να ζευγαρώσει και έρωτα δε βρίσκει, παρά πρόσωπα που υπόσχονται πολλά και θέλουν λίγο, τόσο λίγο για να διαψεύσουν ψευδαισθήσεις και ελπίδες.

Κι έπειτα βρήκα τη φωνή σου. Ήσυχη μες στο κατακαλόκαιρο. Τη βρήκα μέρα σε νησί. Μετά από βαρύ χειμώνα. Τη βρήκα με μάτια κι αυτιά, και η θάλασσα, ο ήλιος,  όλα όσα είχα διαολεμένα ανάγκη, γινήκαν δεύτερα. Όπως ο έρωτας ο κατακούτελος που δε χρειάζεται χρόνο και συστάσεις. Έρχεται σε λάθος στιγμή, όταν το μυαλό είναι αλλού, οι ανάγκες άλλες. Και γίνεται ο μπελάς απαραίτητος, πάνω που ‘χες συνηθίσει το γκρι…

photo by franceska

Advertisements

Ο σελιδοδείκτης στους «Προσανατολισμούς»

Για όσους βρίσκονται μακριά απ’ την Ελλάδα και γυρεύουν εικόνες της, παρηγοριά στη λησμονιά τους.

Για όσους ζουν κοντά της μα ξέχασαν που βρίσκονται, απ’ όταν ροκάνισε το γκρίζο, με δόντια, πράσινο και γαλανό.

Για όσους επιβιώνουν χάρις στην αναμονή και ευτυχούν από τη σιγουριά, πως πίσω από δρόμους και λιμάνια, τους καρτερά ο τόπος τους.

Για όσους κουράστηκαν από χειμώνες δίχως τέλος κι όψιμα καλοκαίρια, η ποίηση, το μόνο θαλασσινό λημέρι.

Να σπέρνει κόκκους την άμμο για να πατούν ξυπόλητοι. Να φέρνει αύρα αλμυρή για να εισπνέουν ιώδιο κι αλάτι. Κι όπως τα μάτια κλείνουν, να το θωρούν μπροστά τους:

Αυτό το Μπλε. Το Φως. Και τον Ελύτη.

Τυχερός λαός μέσα στην ατυχία σου, αξιώθηκες λόγια Μεγάλων.

Φ.M


Ηλικία της Γλαυκής Θύμησης

Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα

Κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση

Έλυτρα χρυσά του Αυγούστου στον μεσημεριάτικο ύπνο

Με φύκια ή όστρακα. Κι εκείνο το σκάφος

Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, που διαβάζει ακόμη στην ειρήνη

του κόλπου των νερών Έχει ο Θεός

 

Περάσανε τα χρόνια φύλλα ή βότσαλα

Θυμάμαι τα παιδόπουλα, τους ναύτες που έφευγαν

Βάφοντας τα πανιά σαν την καρδιά τους

Τραγουδούσαν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα

Κι είχαν ζωγραφιστούς βοριάδες μες στα στήθια.

 

Τι γύρευα όταν έφτασες βαμμένη απ’ την ανατολή του ήλιου

Με την ηλικία της θάλασσας στα μάτια

Και με την υγεία του ήλιου στο κορμί – τι γύρευα

Βαθιά στις θαλασσοσπηλιές μες στα ευρύχωρα όνειρα

Όπου άφριζε τα αισθήματά του ο άνεμος

Άγνωστος και γλαυκός, χαράζοντας στα στήθια μου

το πελαγίσιο του έμβλημα

 

Με την άμμο στα δάχτυλα έκλεινα τα δάχτυλα

Με την άμμο στα μάτια έσφιγγα τα δάχτυλα

Ήτανε η οδύνη –

Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωσα πρώτη φορά το ανθρώπινο βάρος σου

Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό κι αμαρτία

Όπως την πρώτη μέρα μας στη γη

Γιόρταζαν τις αμαρυλλίδες – Μα θυμάμαι πόνεσες

Ήτανε μια βαθιά δαγκωματιά στα χείλια

Μια βαθιά νυχιά στο δέρμα κατά κει που χαράζεται παντοτινά του ο χρόνος

 

Σ’ άφησα τότες

 

Και μια βουερή πνοή σήκωσε τ’ άσπρα σπίτια

Τ’ άσπρα αισθήματα φρεσκοπλυμένα επάνω

Στον ουρανό που φώτιζε μ’ ένα μειδίαμα.

 

Τώρα θα ‘χω σιμά μου ένα λαγήνι αθάνατο νερό

Θα ‘χω ένα σχήμα λευτεριάς ανέμου που κλονίζει

Κι εκείνα τα χέρια σου όπου θα τυραννιέται ο Έρωτας

Κι εκείνο το κοχύλι σου όπου θ’ αντηχεί το Αιγαίο.

DSC_6798-002_1

photo by Kak

 

 

Από την πρώτη ποιητική συλλογή

του Οδυσσέα Ελύτη «Προσανατολισμοί»

Ελλάδα, 1939

 

 

Ο έρωτας, τα βιβλία & εκείνα που δε διάβασα

2

photo by franceska

 

Με κοιτούσε απορημένος. Κάπου στο βάθος διέκρινα ίχνη απαξίωσης. «Αλήθεια δεν έχεις διαβάσει ποτέ σου Ντοστογιέφσκι; Τους Αδελφούς Καραμαζώφ; Τον Ηλίθιο έστω;» Κούνησα το κεφάλι αρνητικά. «Εσύ που αγαπάς τόσο το διάβασμα… Πρέπει. Επιβάλλεται.» Για να γλιτώσω την κατακραυγή επισκέφτηκα το βιβλιοπωλείο το επόμενο κιόλας πρωί.

Τζίφος. Επί ένα μήνα λιβάνιζα τις νύχτες μου με το βιβλίο, μα δεν κατάφερα να φτάσω ούτε στα μισά. Έμεινε η ιστορία ημιτελής κι εγώ με αφισοκολλημένη τη ρετσινιά της ηλίθιας που δε μπόρεσε να διαβάσει τον Ηλίθιο.

Ο εφιάλτης επαναλήφθηκε λίγα χρόνια αργότερα με το μυθιστόρημα της Ζιράννας Ζατέλη «Και με το φως του λύκου επανέρχονται», κι όταν πια έκλεισα μεσοκαλόκαιρο τη «Μικρά Αγγλία» της Καρυστιάνη από το δεύτερο κεφάλαιο, τα ‘χα ολότελα χαμένα. Δεν μπορούσα; Δεν ήθελα; Δεν είχα τις κατάλληλες γνώσεις; Δεν είχα τον ψυχισμό; Ένα κάρο «δεν» απειλούσαν να με χαρακτηρίσουν «περιορισμένων δυνατοτήτων» κι όσο ο έρωτας για το βιβλίο στεκόταν μεγαλοπρεπής εμπρός μου, τόσο χαμήλωνα το κεφάλι ως ανάξιά του. Continue reading