Το κελί

bear-still-liffe-cage

Photo by kak

Η Έλενα Δίου γράφει για κελιά που κλειδώνουν από μέσα


Μονόλογος

Σάββατο βράδυ, καθιστικό του Λεωνίδα και της Λυδίας

“Σαββατόβραδο, η μόνη μέρα που μπορούμε να βγούμε σαν άνθρωποι χωρίς το άγχος του πρωινού ξυπνήματος, εκείνος βγαίνει με τους φίλους του. Τώρα πια δεν έχω πρόβλημα. Χαίρομαι όταν φεύγει γιατί πλέον δεν τον αντέχω. Στα μάτια του βλέπω τον εαυτό μου σαν ένα φάντασμα που κάνει τις δουλειές του σπιτιού και τίποτα άλλο. Πως έφτασα ως εδώ; Πως καταντήσαμε έτσι; Φταίει η καλοσύνη μου που έγινε το δεδομένο του; Ίσως αν ήμουν λίγο αναίσθητη, λίγο στο κόσμο μου, να μου έδινε περισσότερη σημασία. Να προσπαθούσε περισσότερο να με κάνει ευτυχισμένη. Να κρατούσε ακόμα αναμμένη εκείνη τη φλόγα που μας λαμπάδιαζε όταν πρωτογνωριστήκαμε και έσβησε από τα πολλά πήγαινε έλα μέσα στο ίδιο σπίτι.

Αλλά πως γίνεται να είσαι στον κόσμο σου όταν καρδιοχτυπάς; Πως γίνεται να γίνεις αναίσθητος όταν έχεις γεννηθεί ευαίσθητος; «Πρέπει να πάθεις για να μάθεις» μου έλεγαν μα εγώ αγύριστο κεφάλι αρνιόμουν να μάθω ένα τέτοιο μάθημα. Κι όμως… Έπειτα από πολλές  ενέσεις απάθειας κι αδιαφορίας απ’ την μεριά του, να που ήρθε η στιγμή και μεταμορφώθηκα σε κάτι άλλο. Πιο ανθεκτικό. Πιο δυνατό; Βούτηξα στην κόλαση, βγήκα, στέγνωσα, στάθηκα στα πόδια μου με την αναισθησία πια κτήμα κι έναν εαυτό που δεν αναγνωρίζω.

Κι ο Λεωνίδας από εραστής έγινε απλός συγκάτοικος.

Τώρα πια είμαστε μαζί μόνο και μόνο από συνήθεια. Από βόλεμα. Τις ελάχιστες φορές που τυχαίνει να είμαι μαζί του, βαριέμαι αφάνταστα. Η παρουσία του και μόνο στο χώρο με εκνευρίζει. Θέλω να μένω μόνη μου. Με τον εαυτό μου και την ησυχία μου. Όπως τώρα.

Τότε γιατί; Γιατί διάολε μένω; Γιατί δε φεύγω; Γιατί δε φεύγει; Γιατί δε χωρίζουμε; Καταραμένο βόλεμα! Που να τρέχουμε τώρα να βρούμε το καινούργιο, να ερωτευόμαστε πάλι από την αρχή, να δούμε αν ταιριάζουμε, να… να….

Και μένω ακόμη εδώ. Με την ελπίδα να αλλάξει. Να αλλάξω. Αλλάζει όμως ο άνθρωπος; Η συμπεριφορά για λίγο μπορεί. Μπορεί κι η σκέψη. Όμως η ψυχή; Όχι η ψυχή.

Και μένουμε ακόμη εδώ. Μαζί και μόνοι, δυο φυλακισμένοι στο κελί τους με δεσμοφύλακες την ελπίδα και το συμβιβασμό.”

Κλειδιά στην εξώπορτα. Βήματα στο κατώφλι. «Μωρό μου γύρισες;»

Ε.Δ


Λίγα Λόγια για την Έλενα: Έλαβε πτυχίο Αγγλικής Φιλολογίας από το Αμερικάνικο Κολέγιο Ελλάδος και Μεταπτυχιακό στην Εκπαίδευση από το Πανεπιστήμιο Μπαθ της Αγγλίας. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια γλωσσολογίας, παιδικής ψυχολογίας, θεατρικής / δημιουργικής γραφής, σωματικού θεάτρου και Butoh. Από το 2011 μέχρι το 2014 έκανε εργαστήρια υποκριτικής. Έχει συμμετάσχει σε τρεις θεατρικές παραστάσεις και σε μία ταινία μικρού μήκους. Έχει γράψει 8 θεατρικά έργα: «Εύα», «Ψυχοπάθεια», «Κόκκινο Κρασί», «Σ.Σ.Τ.» (Στρατόπεδο ΣυγκέντρωσηςTheresienstadt), «ΜΑΣΚΕΣ», «Άρωμα Λονδίνου», «Στη λίμνη», «Δυστυχισμένα λούσα» και έχει κάνει θεατρική διασκευή την «Αιολική Γη» του Ηλία Βενέζη και την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του Λιούις Κάρρολ. To έργο «Κόκκινο Κρασί» διακρίθηκε με έπαινο τον Οκτώβριο του 2011 από τον Όμιλο για την UNESCO Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας, το έργο «Σ.Σ.Τ.» (Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Theresienstadt) κατέκτησε το 1ο βραβείο στο φεστιβάλ του Pocket TheaterFestival, 1ο Μικρό Φεστιβάλ Θεάτρου – Άβατον το Σεπτέμβριο του 2014 και το έργο «Στη λίμνη» διακρίθηκε με το Γ’ βραβείο τον Νοέμβριο του 2015 από τον Όμιλο για την UNESCO Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας. Επίσης έχει γράψει ένα σενάριο: «Ένα ποτήρι Κόκκινο Κρασί» κι ένα διήγημα: «Φόνος στο δωμάτιο 13». 


Διαβάστε περισσότερες ιστορίες “περαστικών” εδώ

Φίλος ξεκινά να γράφει

Home cavant la terra (Jean-François Millet)

“Home cavant” Jean-François Millet Gruchy, La Hague, Normandia, 1814 – Barbizon, França, 1875

Πίστομα σημαίνει μπρούμυτα. Με το πρόσωπο στη γη. Πίστομα είναι και ο τίτλος του διηγήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. 

Δεν ήξερα ούτε το ένα ούτε τ’ άλλο. Μέχρι το μεσημέρι που ένας φίλος -λάτρης των βιβλίων και προσφάτως πειραματιστής της πένας – μου μίλησε για το αφαιρετικό διήγημα από τις “Κορφιάτικες Ιστορίες” του Κερκυραίου πεζογράφου.
-Μας ζήτησαν “το Πίστομα” απ’ την αρχή.  Απ’ την πλευρά της μάνας.
Μια ιστορία δημοσιευμένη το 1899 γινόταν το πείραμα σε ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής του 2015.
-Δύσκολο άντρας να γράφει για γυναίκα, βιάστηκα να μιλήσω. Πόσο μάλλον σε ένα διήγημα που μετρά 116 χρόνια πίσω.

Μόλις έλαβα το παρακάτω κείμενο, το μόνο “πίσω” ήταν τα λόγια μου που πήρα.


“Είναι πεθαμένος Μαριώ μου! Τον σκότωσαν κοντά στην πηγή του Κατσίβελη. Μου το εμπιστεύτηκε ο ξάδερφος μου, ο Λοράντος. Το ξέρεις δα, ότι η συμμορία του Μπαφλάρα κρύβεται στη στάνη του.”
Χείμαρρος τα λόγια του Μανόλη και ιδρωμένο το στέρνο του. Ο ήλιος, ξαπλωμένος πάνω σε λιόδεντρα κι αμπέλια, χάιδευε τα κεφάλια τους.
“Να! Στο σταυρό που σου κάνω!”
Δεν θέλησε και πολύ να τον πιστέψει. Εικοσιπέντε χρονών μ’ αθώο βλέμμα, γεμάτα χείλια και φουσκωμένο στήθος, δίψαγε γι’ αυτά που δε χόρτασε. Κοντά ένα χρόνο κρυβόταν στο βουνό ο κακούργος, που της έδωσαν για άντρα. Με ξεθωριασμένη τη θύμηση, αφέθηκε στο πανηγύρι του κορμιού.
Τώρα το μπόι του παιδιού ήταν ίσα με το γόνατό της κι ο ληστής νεκραναστημένος.  Λάθος τους τα ‘χε μηνύσει ο Λοράντος. Δεν πέθανε σου λέει, μόνο ένα μπόλι είχε φάει, μα τι να του κάμει του “θεριού”. Δυο φορές ζωντανός, με το που δόθηκε αμνηστία, κίνησε πάλι πίσω στο χωριό. Πίσω στο σπίτι της που ‘χε πάρει για προίκα.
Γλίστρησε από τη χαραμάδα μέσα, την ώρα που βγαίνουν για κυνήγι τα αρπαχτικά του δάσους. Όμοια με το ποντίκι στη θέα της οχιάς, κοκάλωσε και έτρεμε η καημένη σαν τον είδε. Το αίμα χάθηκε απ’ το πρόσωπό της. Πήρε το παιδί στην αγκαλιά και το έσφιγγε, το έσφιγγε, μέχρι που άσπρισαν τα δάχτυλά της. Ο κακούργος δεν έριξε ματιά πάνω του. Γύρευε να μάθει το όνομα του Μανόλη. Μόλις του το ομολόγησε, γίνηκε καπνός.

Continue reading

Το φλιπεράκι

-Πως υπογράφεις; 

-Ξέρω γω.

-Πρέπει να βάλω κάτι, μια υπογραφή με δυο σειρές από κάτω.

-Εννοείς κάτι σαν “μια μικρή ιστορία από τον συγγραφέα ιστορικών διατριβών, μικρών ιστοριών και οικονομοτεχνικων μελετών;” χμ… φτιάξτο όπως νομίζεις. Τον αγαπημένο μου ήρωα μόνο κράτα.

-Έγινε.

“Σημερα στο readink γραφει ο Μιχαλης Καραμανος”


fliperakiΤο φλιπεράκι

-Τι στέκεσαι πίσω από τον ορό; Έλα θέλω να μιλήσουμε λιγάκι.

-Οκ, μπαμπά.

-Το μαγαζί και η αποθήκη μας… το κομμωτήριο της μάνας σου… η οικοδομή που φτιάξαμε στην Αγορακρίτου… η καφετέρια που με κατάφερες να σου ανοίξω … και το γραφείο. Όλα σε απόσταση 200 μέτρων το πολύ μεταξύ τους. Νόμιζα ότι μου ανήκαν. Τελικά τους άνηκα εγώ… Σαν φλιπεράκι με έμενα στο ρόλο της μπάλας. Εκσφενδονιζόμουν από το ένα μέρος στο άλλο και έσκαγα πάνω σε τοίχους. Κάθε φορά και πιο κουρασμένος και πιο φθαρμένος. Αρχικά το άντεχα. Τα  φλίπερ βλέπεις έχουν λαμπερά φωτάκια και τον ηλεκτρονικό ήχο για αντιπερισπασμό: Εσένα και τον αδελφό σου που μεγαλώνατε, τον κόσμο που άρχισε να με υπολογίζει, το θαυμασμό της  μάνας σου. Ύστερα άρχισα να αντιλαμβάνομαι την κατάσταση μου. Κάθε μέρα το παιχνίδι με κούραζε περισσότερο. Χρειαζόμουν μια διέξοδο. Την προσωποποίησα σε μια τυχαία γυναίκα και προχώρησα. Δυστυχώς το φλιπεράκι έχει μια μόνο έξοδο για την μπάλα. Όταν την περάσεις ο πίνακας γράφει “Game Over” και το παιχνίδι τελειώνει. Έτσι νομίζω σας έχασα. Continue reading

Ο Πέτρος γράφει…

Ένα ανέκδοτο Διήγημα από τον Πέτρο Κουμπλή, συγγραφέα των βιβλίων “Η Θεία Δίκη“, “12 ιστορίες που ονειρεύονται να γίνουν παραμύθια” και της θεατρικής κωμωδίας “Ο Θεός Βαριέται Τώρα Τελευταία“.

petros 1Μια νύχτα

Ήταν μία από εκείνες τις νύχτες , που μοιάζουν πως θα περάσουν γρήγορα  και μέσα από μια συμπαντική υποχρέωση θα δώσουν σχεδόν διαδικαστικά τη θέση τους στο ξημέρωμα.

Οι τόμοι της ιστορίας δε θα την ανέφεραν ποτέ, όπως δεν έχουν αναφέρει εκατομμύρια άλλες. Θα ξεχνιόταν, όπως έχουν ξεχαστεί τόσες και τόσες στιγμές, οι περισσότερες στιγμές, των περισσότερων ανθρώπων που πάτησαν ποτέ το πόδι τους σ’ αυτόν τον μικρό πλανήτη. Continue reading