Βλέπω παιδιά στον ύπνο μου

photo by Kak Photography

Είναι παιδιά που τρέχουν, κλαίνε, πνίγονται. Παιδιά πληγωμένα, θαμμένα σε συντρίμμια, παιδιά νεκρά. Αυτά τα παιδιά πάνε ανάποδα απ’ τις ειδήσεις, ξεφεύγουν με χέρια και πόδια  απ’  τις οθόνες, περπατούν ως το ταβάνι, κρέμονται πάνω απ’ το κεφάλι σου κι έπειτα χάνονται μέσα σε μια στιγμή. Την περσινή, τη χτεσινή, αυτήν τώρα εδώ. Καθώς διαβάζεις, πίνεις καφέ, τρως, φιλιέσαι κι αγαπάς. Την ίδια αυτή στιγμή ψυχορραγούν. Μέσα σε μια βάρκα στη Μεσόγειο. Μέσα σε ένα κατάμεστο θέατρο. Σε ένα ταξίδι. Μια εκδρομή. Μια βόλτα. Μια αγορά. Πάνω σε ένα τραγούδι. Ένα χορό… Στο Παρίσι. Στο Λονδίνο. Στο Σινά. Στο Μπαμάκο. Στη Βηρυτό. Στις Βρυξέλλες. Στην Κωνσταντινούπολη. Στη Μόσχα. Στη Νίκαια. Στο Βερολίνο. Στο Μάντσεστερ. Στη Βαρκελώνη. Στα χέρια ενός κοριτσιού απ’ το Κομπάνε που της γλίστρησε τ’ όπλο. Ξεχνώ κάποιο; Συνέβη κάτι ακόμη; Κάποια στιγμή, πριν μήνες, όταν ξεκίνησα τούτο το η ημιτελές κείμενο, μπορούσα ακόμα και να τα μετράω. Πλέον χάθηκε το μέτρημα και δεν τα προλαβαίνω. Έχουν συμβεί πολλά. Πάρα πολλά. Τόσα που πλέον η ζωή κραδαίνει μπρος στα μάτια το χειρότερο:

Τότε, τώρα. Εδώ εκεί. Έχει διαφορά; Απλή γεωγραφία όλα.

Κλείνεις τα μάτια τρομαγμένος. Ποιος θα βρεθεί να τα δικάσει όλα αυτά; Αυτούς που ξεπουλούν ανθρώπους για να γεμίζουν τις τρύπιες τσέπες τους; Αυτούς που αλλοιώνουν τα σύμβολα αγάπης σε σύμβολα θανάτου για  να ‘χουνε λόγο οι βρωμιές τους; Που γυρνούν τη δημιουργία σε βία και τη ζωή σε σκοτάδι. Και λυπάσαι, οργίζεσαι, σταυροκοπιέσαι στα κρυφά. Όχι στα δικά μας. Ευτυχώς όχι στα δικά μας παιδιά. Τούτη η γεωγραφία σ’ ευνοεί. Είσαι στον καναπέ σου. Μπορείς ακόμη να αποφύγεις  αυτά που σε φοβίζουν. Μπορείς να κλείσεις τα μάτια τη χειρότερη στιγμή.

Μπορείς;

Απόψε δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Πίσω απ’ τα βλέφαρα τα ‘βλεπα μπροστά μου. Έβλεπα αυτές τις στιγμές, τις λιγοστές, τις τελευταίες τους, να παίζονται καρέ καρέ καθώς πάλευε να με πάρει ο ύπνος. Βαρύ το στρώμα, η ασφάλεια του σπιτιού. Η σκιά μου με στήνει στον τοίχο. Κρατά στα χέρια όπλο και πυροβολεί.

Γράφω και ντρέπομαι για το γένος μου. Τίποτα πια δε ξέρω, ούτε τον  εαυτό μου. Ο χρόνος πάγωσε κι όλα όσα πιστεύαμε αποδείχθηκαν αλλιώς. Κάτι άγριο και βαρύ σκιάζει τις ζωές όλων. Μέσα στον εφιάλτη μιας αλήθειας που δε θέλουμε να δεχτούμε. Που για χρόνια την ακούγαμε ως ιστορίες, ταινίες, βιβλία και θλιμμένη ποίηση περασμένων γενιών. Τώρα οι ιστορίες έγιναν εικόνες στον απέναντι δρόμο. Οι ταινίες ρεπορτάζ των 8. Κι η θλίψη, πόνος που καμιά ποίηση δεν μπορεί να απαλύνει. Το βρωμερό τέρας στέκεται μπροστά σου. Έχει τα αυτιά και τα νύχια πλασμάτων που αυτοαποκαλούνται άνθρωποι, μα δεν είναι αυτό. Όχι δεν είναι αυτό. Άνθρωποι είναι εκείνοι που υποφέρουν. Άνθρωποι είναι εκείνοι που βοηθούν. Που νοιάζονται και ρισκάρουν. Όλοι οι υπόλοιποι, όλα τα υπόλοιπα, ζωύφια που τρέφονται εις βάρος τους. Παράσιτα που απειλούν, βασανίζουν και σκοτώνουν. Και κάθε μέρα, κάθε στιγμή, αποδεικνύουν πώς χειρότερη φύση απ’ την ανθρώπινη δεν υπάρχει.

Γράφω για να παρηγορηθώ. Πώς να παρηγορηθώ; Πώς να σας παρηγορήσω; Λίγες, ασήμαντες οι λέξεις μπρος στη θεομηνία. Πότε θα τελειώσει όλο αυτό; Πότε θα τιμωρηθούν τα τέρατα; Πότε θα γίνει ένα θαύμα και το λόγο θα πάρει η ζωή; Πότε θα γυρίσει ο δείκτης αλλιώτικα και θα πάρει σειρά η ελπίδα;

Σε μια γωνία του μυαλού κραυγάζει η ανάγκη για χαρά και δημιουργία μα ποδοπατιέται άγρια μαζί με τις ψυχές αυτών που φύγανε. Ο Θεός ας τις αναπαύσει.

Δεν σας ξεχνάμε.

Advertisements

Το χρονικό μιας γραφομηχανής που φτούρησε. Ή μήπως όχι;

Photo by Kak

Το γράψιμο είναι ξεγύμνωμα. Ντε φάκτο. Κι ανάλογα την εποχή, την ηλικία και τις συνθήκες, είτε το κρύβεις κάτω από τόνους ρούχα, φοβίες και ενοχές, είτε το περιφέρεις ξεδιάντροπα δίχως την παραμικρή συστολή και ανασφάλεια.

Όπως τα πιτσιρίκια που κυκλοφορούν στις παραλίες τσίτσιδα, κατουράνε στην ακτή χαρίζοντας κουτσοδόντικα χαμόγελα σε γονείς και λουόμενους και κάνουν τούμπες σε ξένα σπίτια δίχως να τους νοιάζει αν θα φανεί το βρακί τους. Ξετσιπωσιά κανονική για την ενήλικη κοινωνία που μέσα στη ντροπή και την ενδόμυχη ζήλια της, βιάζεται να τα δικαιολογήσει «Μα είναι παιδιά ακόμα». Continue reading

“Τιμής ένεκεν”

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΜεγαλώνουμε και χάνονται οι άνθρωποι. Και τούτο ειν’ το πιο σκληρό σ’ αυτό το «μεγαλώνω». Σ’ αυτούς που φύγαν  δε ξέρω τι να πω, παρά να μη ξεχάσουν. Μη ξεχαστούν απ’ το φευγιό και λησμονήσουν θάλασσα, γη και ουρανό. Το πέλαγος τα δειλινά κι αυτή την πρώτη μυρωδιά ιώδιο, σα μπαίνει καλοκαίρι. Θυμάρι, κάπαρη, αγιόκλημα. Και ούζο να μουδιάζει η γλώσσα. Τη νοτισμένη άμμο τα πρωινά και τα αυγουστιάτικα μελτέμια. Τις μπόρες που ξεσπούν καμιά φορά μες στο νερό, μπερδεύοντας σύννεφα με το θαλασσινό αλάτι.

Και σαν κρυώσει ο καιρός τα πρώτα φύλλα καταγής. Κίτρινα, καφετιά, πορτοκαλιά. Λίγο να βγεις από τις πόλεις μέχρι και πυρωμένα. Ο ήχος από τρεχούμενα νερά, οι μυρωδιές χώματος και δροσιάς απ’ τις υπόγειες πηγές. Ο μεζές ζεστός, ζεστή και η ρακί με μέλι. Πώς να ξεχάσουν; Τα κάλαντα, τα λαμπιόνια και τ’ αναμμένα τζάκια. Πεύκο που καίει και λυτρώνει. Πεύκο και ζεστή κανέλα. Και γλυκίσματα πολλά. Να κολλά η άχνη σε μύτη και πηγούνι, να γελούνε τα παιδιά. Αχ, τα παιδιά, ένα χαμόγελο και λυτρώνεται ο κόσμος. Μια αγκαλιά και αγαλλιάζουνε ψυχές και πόνοι. Να μη ξεχάσουν τα παιδιά. Γιατί εκείνα ποτέ τους δε ξεχνούν. Τα παιχνίδια στις χιονισμένες αυλές και τις ανθισμένες αμυγδαλιές. Πέταλα λευκά και ροζ  να ομορφαίνουνε το βάζο.

Άκου! Έρχεται η Λαμπρή. Με ψαλμούς και λιτανείες. Αναμμένα τα κεριά στις εκκλησίες, φεγγίζουν τα φιλιά στο ξύλο της εικόνας. Χρηστός Ανέστη εκ Νεκρών… και οι νεκροί μας φύγαν. Κάθομαι τέλος  Άνοιξης και κλαίω. Το καλοκαίρι χάθηκε για αυτούς και πώς να τους το φέρω.

Παραμονή εκλογών

Paramoni_Eklogwn_Sept_2015

Photo by Franceska

Μια γυναίκα έξω από το σούπερ μάρκετ. Καθισμένη παραπλεύρως του λιγοστού γκαζόν. Γύρω στα 40, με γυαλιά μυωπίας και μαλλιά δίχως γκρίζο. Φοράει ρούχα απλά που φωνάζουν φροντίδα πριν καν τα μυρίσεις. Ψάχνω στα χέρια της το βιβλίο- μια τέτοια γυναίκα, μια τέτοια μέρα θα ‘πρεπε να κρατά ένα βιβλίο, δεν μπορεί. Να απολαμβάνει τον ήλιο στο πεζούλι, μπροστά από το δείγμα κήπου του σούπερ μάρκετ. Ψάχνω στα χέρια της αγγλική ποίηση ή ένα μυθιστόρημα της Όστεν. Θα της ταίριαζε νομίζω.

Προχωρώ φορτωμένη πλαστικές σακούλες που μου κόβουν τις παλάμες. Βλέπω το άδειο πλαστικό ποτήρι ανάμεσα στις δικές της. Με κοιτάζει. «Ότι έχετε. Ότι μπορείτε» ακούω τη φωνή. Φωνή που μουδιάζει το στήθος, συρρικνώνει τα πόδια.  Continue reading