Εγώ & το μελάνι

Και ξεκινάς να μιλήσεις για τον εαυτό σου. Και μοιάζεις λίγο σαν τους παίκτες των reality που εξιστορούν το «δράμα» τους τσεκάροντας ταυτόχρονα τη τούφα στο μόνιτορ. Η ματαιοδοξία και ο ναρκισσισμός καραδοκεί όταν καλείσαι να γράψεις για σένα και κάπου εκεί λες «καλύτερα να γράψω για την αδυναμία μου στα ζυμαρικά παρά για τους τίτλους σπουδών μου μπας και γλιτώσω το εσωτερικό κράξιμο». Ή τουλάχιστον ας επικεντρωθώ σε μία απλή και ειλικρινή καταγραφή γούστων και γεγονότων, δίχως φαμφάρες και παρφουρμαρίσματα.
Κάπως έτσι έχουμε και λέμε: Πρώην εργαζόμενη στον περιοδικό τύπο επί 15ετίας, με σπουδές πάνω στη μόδα και τις εφαρμοσμένες τέχνες και πλήθος συγγραφικές εμμονές.

Ως αναμενόμενο η θεματολογία μου επί χρόνια δεν ήταν άλλη από τσάντες και παπούτσια. Αυτά ζητούσαν οι εκδότες, αυτά θέλανε οι αναγνώστες. Κι εγώ, επιμελής «μαθήτρια» καθόμουν και έγραφα μερόνυχτα για ντεφιλέ και σχεδιαστές, ενώ ξεροστάλιαζα έξω από τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων. «Κάτι πάει λάθος», ήθελα κατά βάθος να φωνάξω. «Τα δωδεκάποντα στέκονται καλύτερα στις βιτρίνες και η πεζογραφία στο pc. Αλλιώς σας τα μάθανε, αλλιώς αναγκάζομαι να τα κάνω τώρα κι εγώ.» Που να βρεις όμως τότε φωνή, που να βρεις και τα αυτιά να σ’ ακούσουν. Η γραφή παραμένει γραφή, σου λένε και το να βγάζεις τα προς το ζην μέσω των πλήκτρων, προσωπική επιτυχία.

Franceska PanagiotopoulouΕίδα και έπαθα μέχρι να δημοσιεύσω κάτι δικό μου, ολόδικό μου. Διάσπαρτα κομμάτια για ταινίες και βιβλία, ένας ταξιδιωτικός προορισμός διαφορετικά δοσμένος, ένα κείμενο για την ευτυχία. Όλα λίγα και φτωχά, τυπωμένα με το ζόρι σε μια γωνίτσα των ιλουστρασιόν σελίδων. Στην ίδια γωνιά, στο ίδιο περιθώριο που ‘χα αφήσει όλα τα πολύτιμά μου. Τα βιβλία, τις ζωγραφιές και την αγάπη για την αληθινή Ελλάδα. Το τρίπτυχο που όρισε τα παιδικά χρόνια και παραγκωνίστηκε από την μετέπειτα ενήλικη ζωή.
Πάντα γυρίζουμε όμως σε όσα πραγματικά αγαπήσαμε. Όλη μας η ζωή, μια επιστροφή προς τα πίσω είναι. Ένας κυλιόμενος διάδρομος αντίθετης κατεύθυνσης που μεγαλώνοντας με φέρνει ολοένα και πιο κοντά στην “Εποχή της Πλάκας”. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στην εποχή που ο παππούς μου, εραστής των τεχνών και λάτρης της Παλιάς Αθήνας, με «βάφτιζε» με μολύβια, πινέλα και δίσκους ανά χείρας μέσα σε μια κάθετο της οδού Αδριανού. Όταν τα τραγούδια, τα χρώματα και οι διάλογοι είχαν κάτι από την ευλογημένη ελαφρότητα των ταινιών του ’50 και ’60 και τα γραπτά, οι μελωδίες, τα ποιήματα, την αφυπνιστική βαρύτητα των περασμένων χρόνων του Μεταπολέμου και του Εμφυλίου. Ασήκωτη κληρονομιά για παιδικούς ώμους. Κομμάτια της μονάχα μείνανε σαν αποσπάσματα από ασπρόμαυρη ταινία. Ένα ποίημα του Βέλμου, μια νότα του Καπνίση και η λατέρνα του Αυλωνίτη κάπου στο βάθος να υπογραμμίζει το αναμενόμενα ευτυχισμένο τέλος. Το ίδιο ευτυχισμένο τέλος που οριοθέτησε τη γενικότερη στάση ζωής μου. Αυτή που σε κάνει να βλέπεις την ίδια αντανάκλαση ουρανού είτε σε καθαρές θάλασσες, είτε σε λακούβες με λασπόνερα. Αυτή που αρνείται στο παιδί μέσα σου να μεγαλώσει. Αυτή που σου κρεμάει τα κλισέ της ονειροπαρμένης και τις παρελθοντικές εμμονές παλαιοημερολογίτισσας. Αυτήν ακριβώς τη ταμπέλα δε θέλησα ποτέ να πετάξω από πάνω μου, μα προτιμώ να την περιφέρω κρεμασμένη στο λαιμό όπως οι τεντιμπόηδες.

Ετών 3οφεύγα και τίποτα δεν έχω μάθει…

Φραντζέσκα Μάνγγελ

One thought on “Εγώ & το μελάνι

  1. Pingback: Μικρες Ιστοριες για καληνυχτα #1 | My cup of tea

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s