Η Νύφη

Τη φώναζαν «μαμά», «γυναίκα», «γιαγιά». Ήταν 60; Μπορεί και 70. Οι ρυτίδες γύρω απ’ τα μάτια, γύρω απ’ τα χείλια παραήταν αχνές για να καθορίσουν το χρόνο. Τα μαλλιά της κομμένα κοντά. Αγορίστικα και γκρίζα. Τα ρούχα της απλά, μια βαμβακερή μπλούζα και ένα αντρικό παντελόνι. Μια γυναίκα δίχως ηλικία.

photo by franceska

photo by franceska

Στεκόταν όρθια, πάνω στο κεφαλόσκαλο της εξωτερικής σκάλας, με τη πλάτη γυρισμένη στο κήπο και ένα φλιτζανάκι καφέ στα χέρια.

«Εδώ μεγαλώσατε;» τη ρώτησα ψάχνοντας να βρω τα έτη που ‘λειπαν από πάνω της.

«Εδώ μεγάλωσα, δεν είμαι όμως από δω», απάντησε γυροφέρνοντας το κουτάλι με τη ζάχαρη μες στο φλιτζάνι.

Τα χέρια μου δεμένα αμήχανα. Έκανα ένα βήμα μπροστά, να βγω κι εγώ στον ήλιο.

«Από τα μέρη σας είμαι. Μέχρι τα 18.» συμπλήρωσε. «Μετά ήρθα εδώ. Για να παντρευτώ και να μεγαλώσω.»

«Όπως οι «Νύφες» ;» μου ξέφυγε και ευθύς μετάνιωσα για την αδιακρισία του παραλληλισμού μου.

«Όπως ερχόντουσαν τόσες και τόσες στα χρόνια μου.» χαμογέλασε. Continue reading

Ο έρωτας, τα βιβλία & εκείνα που δε διάβασα

2

photo by franceska

 

Με κοιτούσε απορημένος. Κάπου στο βάθος διέκρινα ίχνη απαξίωσης. «Αλήθεια δεν έχεις διαβάσει ποτέ σου Ντοστογιέφσκι; Τους Αδελφούς Καραμαζώφ; Τον Ηλίθιο έστω;» Κούνησα το κεφάλι αρνητικά. «Εσύ που αγαπάς τόσο το διάβασμα… Πρέπει. Επιβάλλεται.» Για να γλιτώσω την κατακραυγή επισκέφτηκα το βιβλιοπωλείο το επόμενο κιόλας πρωί.

Τζίφος. Επί ένα μήνα λιβάνιζα τις νύχτες μου με το βιβλίο, μα δεν κατάφερα να φτάσω ούτε στα μισά. Έμεινε η ιστορία ημιτελής κι εγώ με αφισοκολλημένη τη ρετσινιά της ηλίθιας που δε μπόρεσε να διαβάσει τον Ηλίθιο.

Ο εφιάλτης επαναλήφθηκε λίγα χρόνια αργότερα με το μυθιστόρημα της Ζιράννας Ζατέλη «Και με το φως του λύκου επανέρχονται», κι όταν πια έκλεισα μεσοκαλόκαιρο τη «Μικρά Αγγλία» της Καρυστιάνη από το δεύτερο κεφάλαιο, τα ‘χα ολότελα χαμένα. Δεν μπορούσα; Δεν ήθελα; Δεν είχα τις κατάλληλες γνώσεις; Δεν είχα τον ψυχισμό; Ένα κάρο «δεν» απειλούσαν να με χαρακτηρίσουν «περιορισμένων δυνατοτήτων» κι όσο ο έρωτας για το βιβλίο στεκόταν μεγαλοπρεπής εμπρός μου, τόσο χαμήλωνα το κεφάλι ως ανάξιά του. Continue reading

Ολυμπία η όμορφη

unnamed-001

photo by franceska

Την πρώτη φορά που την είδα φορούσε μαύρα με μοβ. Κι ένα τεράστιο δαχτυλίδι από αυτά με τα πολλά πολλά μικρά μπιρμπιλόνια, που ήταν τότε στη μόδα. Από απόσταση δεν την πρόσεξα καν. Ήταν μια κοινή, μεσήλικη γυναίκα μετρίου αναστήματος, με λίγα κιλά παραπάνω. Μέχρι που πλησίασα. Μέχρι που άνοιξε εκείνο το στόμα, κουνώντας ρυθμικά τα χέρια για να κατευθύνει τα λόγια της. Αφοπλίστηκα. Με τον αθώο και ανυποψίαστο τρόπο που αφοπλίζεται ένας άνθρωπος εμπρός στο πρωτόγνωρο.

Όχι, δεν κουβαλούσε στην πλάτη της καμιά ιστορία από αυτές που ακούς με τεντωμένα αυτιά κι ορθάνοιχτο στόμα. Απλά, καθημερινά πράγματα όμοια με κείνα που αναλωνόμαστε όλοι μας. Όπως απλή, καθημερινή ήταν κι ίδια, το σπίτι της, οι χώροι που κινείτο και οι άνθρωποι που συναναστρεφόταν. Όμως οι φράσεις της ήταν αλλιώς. Οι λέξεις της πλημμυρισμένες από χειροκροτήματα. Και οι προτάσεις της, οι κοινές, όπως «ο γιος μου βρήκε κοπέλα, ο άντρας μου, μου έκανε δώρο αυτό το παντελόνι, ή περάστε το βραδάκι από το σπίτι να σας μαγειρέψω»,  έφεραν τόση ενέργεια, τόσο ενθουσιασμό, που ήθελες δεν ήθελες σε παρέσερναν στο πολύχρωμο ντελίριό τους. Continue reading

Σα σήμερα… 31 Οκτώβρη

Cover_1

photo by Kak

Σα σήμερα γιορτάζω το βιβλίο που δεν έχει εκδοθεί ακόμα. Το βιβλίο που ξεκίνησε ως μεταεφηβική ερωτική ιστορία, προχειρογραμμένη σε ημερολόγιο, μεταλλάχτηκε σε μικρό διήγημα και εξελίχθηκε σε ένα μυθιστόρημα παραγεμισμένο από τα χρόνια, τα βιώματα, τις φαντασιοπληξίες και τα κλεψιμαίικα. Μια κλέφτρα λοιπόν. Αυτό είμαι. Μια κλέφτρα που αδιαφορώντας για το περίγυρο, γυρεύει έξω από τα περιθώριά του, κινήσεις, λέξεις και εικόνες για να τις κάνει δικές της. Ένα τοπίο από δω, μία συλλαβή από κει, αντρικά χέρια και γυναικεία χείλια, ένα ξέσπασμα, ένα ουρλιαχτό, ένα υστερικό γέλιο, διάσπαρτες πινελιές πάνω στο λευκό καμβά της φωσφορικής οθόνης μου. Φτάνει; Continue reading

Παραλήρημα του ‘40

Tou_Saranta

Έργο των αδελφών Χατζηβασίλη, Διαφάνι, Κάρπαθος Φωτο: Kak

Ποιος να μου το ‘λεγε πως γέρος άνθρωπος θα αντίκριζα το χωριό μου σε τέτοιο χάλι. Ποιο χωριό δηλαδή, τούτο δω μήτε χωριό μήτε για γη περνιέται. Τίποτα δεν έμεινε ορθό. Σπίτια, καφενεία, το δημαρχείο, το σκολειό, ντουβάρια όλα. Τρία μερόνυχτα χαλασμός κυρίου εγινόταν κι εγώ χωμένος στην υπόγα. Θαμμένος ζωντανός ν’ ακούω τη γη να σείεται πάνω απ’ την κεφάλα μου και τίποτις να μη μπορώ να κάμω. Ανάθεμά σας κερατάδες! Μου πήρατε τα παλικάρια μου, μου πήρατε και την κυρά μου, μοναδική παρηγοριά  η αυλή με τους βασιλικούς, είχατε δεν είχατε, την κάψατε κι αυτήν. Μαζί της κι ολάκερη τη γειτονιά. Continue reading